Πρωτομάστορες

ΟΙ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΕΣ

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΘΕΤΗ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟ

Ευχαριστώ τον Στέλιο Αεράκη και το Κρητικό Μουσικό Εργαστήρι για την τιμή που μου έκανε να γράψω δυο λόγια,  σ’ αυτήν την σπουδαία και σημαντική μουσική έκδοση με τους πρωτομάστορες της Κρητικής μουσικής παράδοσης. Πάνε τριάντα χρόνια τώρα που ονειρευόμουνα μια κυριαρχία της μουσικής των λαών σ’ όλο τον πλανήτη μας, όπως έγινε εν μέρει με την κλασσική μουσική, τη ροκ μουσική και άλλες μορφές τέχνης που έχουν μεγάλη χρονική διάρκεια και παγκοσμιότητα. Λογάριαζα και η Κρητική μουσική να είναι σε αυτόν τον κύκλο.

Η Βυζαντινή μας μουσική είχε ήδη διανύσει μια τροχιά χιλίων χρόνων και επηρέασε τους συνθέτες από τη Ρωσία μέχρι την Αίγυπτο, όπου, οι λειτουργίες και τα τροπάρια ξεσήκωναν τις ψυχές των ορθοδόξων και γέμιζαν τις κοινωνίες με τους υπέροχους ήχους που γέννησε η φαντασία, το ταλέντο και η γνώση ενός Κουκουζέλη, ενός Ρωμανού μελωδού, ενός Πέτρου Πελοποννήσιου.

Τα Κρητικά τραγούδια στηρίζονται πάνω στους αρχαίους τρόπους, πάνω στους Βυζαντινούς ήχους, πάνω στα μουσικά συστήματα των λαών της Ανατολής, γι’αυτό απευθύνονται κατ’ ευθείαν στον ψυχικό μας κόσμο και μας ακολουθούν μέχρι το τέλος του βίου.

Και είναι θέμα των άξιων μουσικολόγων μας, μαζί με τις αναλύσεις που κάνουν για τις αγροτικές κοινωνίες, να ψάξουν ιστορικά όλες τις γύρω μουσικές των γειτονικών χωρών, να ψάξουν ιστορικά τους ήχους των Αρχαίων Ελλήνων, στη φιλοσοφία, στην επιστήμη και τη ζωή, για να μας ερμηνεύσουν την δύναμη, την συγκλονιστική μέθεξη και τη θαυμάσια ηχητική που εκπέμπει η ζωντανή Κρητική μουσική  παράδοση. Η Κρητική μουσική θα πρέπει να γίνει γνωστή παγκόσμια, γιατί συνάμα φέρνει μέσα της τον πυρήνα της ανανέωσης και είναι μια μήτρα που γεννάει ποιητές και συνθέτες.

Με ευνόησαν οι συνθήκες και η τύχη να δώσω την έμπνευση και την ενορχηστρωτική φαντασία μου με την μουσική μου εργασία πάνω στα ‘Ριζίτικα’ που τραγούδησε ο αείμνηστος Νίκος Ξυλούρης και γνωρίζω την καταλυτική δύναμη που ασκεί ο κρητικός ήχος στον κόσμο. Η ανάγκη να επιστρέψουμε στο αιώνιο, στο μελλοντικό μέσα από τις πηγές που οι αρχάγγελοι Πρωτομάστορες μας δείχνουν, είναι επιτακτική.

Όλα πάλι αρχίζουν, μ’ ένα ατέλειωτο χορό, μ’ ένα μεθυστικό τραγούδι.

Γεια σου λεβεντογέννα και αθάνατη Κρήτη, του Ροδινού, του Μπαξεβάνη, του Σκορδαλού, του Κουτσουρέλη, του Καλογερίδη, του Μουντάκη και τόσων άλλων μουσικών αγγέλων σου.

Εύχομαι μεγάλη επιτυχία στους Πρωτομάστορες και συγχαρητήρια στους υπεύθυνους της έκδοσης.

 

Η ΚΡΗΤΗ ΣΗΜΕΡΑ

Στο κατώφλι του 2000, η Κρήτη (η μετά τουρισμού) μοιάζει να ζει σε ένα ανεμοστρόβιλο. Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν με ρυθμό αστραπής.

Νέα κοινωνικά στρώματα, εν μια νυκτί, εξαιτίας τους τουρισμού αλλά και των προσοδοφόρων πρώιμων κηπευτικών, ανέρχονται στην ανώτατη οικονομική βαθμίδα. Οι άλλοτε χέρσες παραθαλάσσιες αγριάδες, οικοπεδοποιήθηκαν, απέκτησαν αξία μυθική. Στο Ηράκλειο με τα 20.000 αυθαίρετα, τα καταστήματα-τρύπες των 15 τ.μ. της πλατείας Λιονταριών, ενοικιάζονται 300.000 δρχ. μηνιαίως. Στο Τυμπάκι οι αγρότες επισκέπτονται τα θερμοκήπια επιβαίνοντες σε πολυτελή αυτοκίνητα. Στον Ψηλορείτη, οι βοσκοί έχουν μονίμως σταθμεύσει έξω από τα πετρόχτιστα μιτάτα τα Ιαπωνικά τύπου οχήματα. Η λαϊκή τέχνη μετατρέπεται σε βιομηχανία, μάλλον ευτελούς αξίας, για τον πολύχρωμο διεθνή συρφετό.

Μόνο με τις απευθείας πτήσεις (τσάρτερς) στο αεροδρόμιο του Ηρακλείου φθάνουν τετραπλάσιοι τουρίστες απ’ ότι ο συνολικός πληθυσμός της Κρήτης. Το οικονομικό μπούμ, έφερε τα πάνω κάτω. Η περιβόητη ανάπτυξη ήρθε ανεξέλεγκτα, απρογραμμάτιστα, σχεδόν από σύμπτωση. Καμιά ανάπτυξη πολιτιστική, και πνευματική δεν ήρθε ταυτόχρονα. Η νέα κυρίαρχη οικονομική τάξη ουδεμία σχέση έχει, με τους αστούς των αρχών του αιώνα μας, που δημιούργησαν την Κρητική  Πολιτεία και εμφανές στοιχείο του πολιτισμού της είναι τα ολίγα σωζόμενα νεοκλασσικά κτίρια της 25ης Αυγούστου. Με λίγα λόγια: Η Κρήτη ζει σήμερα σε ένα φοβερό κοινωνικό αλλαλούμ. Η ψυχή της Κρήτης, η γλώσσα της, η μουσική της, η έμφυτη λατρεία των κατοίκων της, προς την ελευθερία, δοκιμάζονται. Το καινούριο που έρχεται είναι δυσδιάκριτο, αλλά όχι κατ’ ανάγκη καταστρεπτικό. Το νησί αυτό που τόσα δεινά γνώρισε στην πολυκύμαντη ιστορία του, έχει δυνάμεις απεριόριστες, να μετουσιώσει το καινούριο και να κρατήσει την ψυχή του. Όταν ακούμε ότι κάποια σημαντική κρητολογική έκδοση γίνεται, αισθανόμαστε χαρά και αισιοδοξία, γιατί τέτοιες προσπάθειες συμβάλλουν να κρατήσουμε την Κρήτη ζωντανή και τον κρητικό τρόπο ζωής αξεπέραστο. Οι προσεγμένες μουσικές εκδόσεις που επιμελείται ο Στέλιος Αεράκης, που καταγράφουν και ερευνούν τους πρωτομάστορες της Κρητικής μουσικής ιστορίας, ακριβώς αυτό το στόχο εξυπηρετούν.

Κατ ‘αρχήν δεν είναι εμπορικές και κερδοφόρες εκδόσεις. Είναι όμως γεγονός ανεκτίμητης αξίας τα συγκεντρωμένα έργα του Ροδινού, του Καλογερίδη, του Καλογρίδη, του Καραβίτη, του Μπαξεβάνη, του Κουτσουρέλη, του Λαγού, του Καρεκλά, του Δερμιτζογιάννη, του Σκορδαλού, του Μουντάκη κ.α. που μας δίνει το Κρητικό Μουσικό Εργαστήρι.

Αυτό το ολοκληρωμένο και μοναδικό μουσικό έργο, με το σπάνιο φωτογραφικό υλικό και τα εύστοχα κείμενα, γραμμένα από ειδικούς στο ένθετο βιβλίο, μαζί με την καλαίσθητη κασετίνα, είναι κορυφαίο, κατά τη γνώμη μας γεγονός. Ανάλογο με την έκδοση Κρήτη-Ιστορία και Πολιτισμός της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Κρήτης. Οι αυθεντικές εκτελέσεις των τραγουδιών της περιόδου 1920-1955 με την ρωμαλαία φωνή του Μπαξεβάνη, οι επικές δημιουργίες του Κουτσουρέλη και το λυρικό παίξιμο του Καλογερίδη, καθρεπτίζουν την ακατάλυτη ιστορία του αιώνιου νησιού μας.

ΝΙΚΟΣ ΒΙΔΑΚΗΣ

Εκδότης – Δημοσιογράφος

 

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΕΣ

Το Δεκέμβρη του 1982 που είχα εκδώσει το αποσπασματικό μα αξιόλογο διπλό άλμπουμ «ΟΙ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΕΣ 1920-1940» και ακούστηκαν  για πρώτη φορά –από τις νεότερες γενιές- τραγούδια με αυθεντικές ηχογραφήσεις που είχαν δημιουργήσει και εκτελέσει με την λύρα, το βιολί, το λαούτο, το μπουλγαρί και την φωνή τους, οι πρωτομάστορες της Κρητικής μουσικής, κυρίως στα χρόνια του μεσοπολέμου 1920-1940, και παρά τις τότε προσπάθειές μου, στάθηκε αδύνατο να βρεθεί κι άλλο μουσικό υλικό να συμπεριληφθεί στην έκδοση εκείνη.

Για το λόγο της έλλειψης αυτής, στο ενημερωτικό κείμενο που συνόδευε το άλμπουμ, μεταξύ άλλων σημείωνα και τα εξής: «Ελπίζουμε όμως, ότι με την συμπαράσταση κι άλλων φίλων της κρητικής μουσικής θα συγκεντρωθούν κι άλλες παλιές αυθεντικές ηχογραφήσεις που θα τις συμπεριλάβουμε σε μια δεύτερη έκδοση…». Το άλμπουμ αυτό, που είχε μεγάλη απήχηση στο Κρητικό κοινό και όχι μόνο, και παρουσιάστηκε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με τα κολακευτικότερα λόγια, από γνωστά ονόματα της τέχνης και των γραμμάτων, ήταν πράγματι η αφορμή να έρθω σε επαφή με πολλούς φίλους και συλλέκτες δίσκων κρητικής μουσικής, που με την βοήθειά τους συγκέντρωσα κι άλλες παλιές ηχογραφήσεις, σπάνια φωτογραφικά ντοκουμέντα, και ιστορικές μαρτυρίες από ανθρώπους που έζησαν την εποχή εκείνη. Όλα αυτά τα στοιχεία, μου έδωσαν τη δυνατότητα να ολοκληρώσω αυτό το πολύτιμο μουσικό έργο, που καλύπτει μουσικά και ιστορικά την περίοδο 1920-1955.

Στους Πρωτομάστορες περιλαμβάνονται ηχογραφήσεις που έγιναν για δίσκους 78 και 45 στροφών, ανάμεσα στο 1920 και στο 1955, στην Ελλάδα, και μέρος αυτών στην Αμερική και στη Γερμανία. Βέβαια, αυτό το πολύτιμο μουσικό υλικό, χρειάστηκε να γίνει αντικείμενο σοβαρής επεξεργασίας με μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας και με ειδικά φίλτρα ήχου να απομονωθούν οι ενοχλητικοί θόρυβοι. Το αποτέλεσμα πιστεύω είναι πολύ ικανοποιητικό.

Σήμερα, μετά από 12 ολόκληρα χρόνια, το όνειρό μου και γενικά των φίλων της κρητικής μουσικής έγινε πραγματικότητα. ΟΙ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΕΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ 1920-1955 με τη συμπαράσταση φίλων και πολιτιστικών φορέων κυκλοφορούν από το Κρητικό Μουσικό Εργαστήρι, ολοκληρωμένο πια έργο, σε πολυτελή κασετίνα που περιέχει τη σειρά των 10 δίσκων και συνοδεύεται από πολυσέλιδο ένθετο βιβλίο, με σπάνιο φωτογραφικό υλικό, χειρόγραφα ντοκουμέντα και κείμενα γραμμένα από πνευματικούς ανθρώπους. Αυτό το μνημειώδες μουσικό έργο, που είναι σταθμός στην ιστορία της κρητικής μουσικής και στο μέλλον θα αποτελέσει αντικείμενο έρευνας και μελέτης για τις νεότερες γενιές, περιλαμβάνει στο σύνολό του 140 αυθεντικά κρητικά τραγούδια που παίζουν και ερμηνεύουν μεταξύ άλλων οι:

ΔΕΡΜΙΤΖΟΓΙΑΝΝΗΣ, ΚΑΛΟΓΕΡΙΔΗΣ, ΚΑΛΟΓΡΙΔΗΣ, ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ, ΚΑΡΕΚΛΑΣ, ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, ΛΑΓΟΣ, ΜΑΥΡΟΣ, ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ, ΜΠΑΞΕΒΑΝΗΣ, ΝΑΥΤΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ, ΡΟΔΙΝΟΣ, ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ, ΣΤΡΑΒΟΣ, ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΗΣ, ΧΑΡΙΛΑΟΣ, ΧΑΡΧΑΛΗΣ. Όλοι οι παραπάνω, δημιουργοί και εκτελεστές, ανήκουν στη γενιά των λαϊκών οργανοπαικτών που οφείλουν τη μουσική παιδεία τους μόνο στην ακουστική παράδοση, πριν από την ανάπτυξη των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Εμαθήτευσαν κοντά σε άλλους παλαιότερους, που έφεραν ως αυτούς, χωρίς διακοπή, το νήμα της λαϊκής μουσικής παράδοσης από τα πανάρχαια χρόνια.

Διέπρεψαν σε όλα τα είδη του μουσικού και ποιητικού λόγου της Κρήτης καθώς και στο ριζίτικο τραγούδι, κυρίως της κεντρικής και δυτικής Κρήτης, που ξεκινά από τα Βυζαντινά Ακριτικά χρόνια ως τις μέρες μας και καλύπτει όλες τις πτυχές της κρητικής ζωής: τους αγώνες, τον έρωτα και τον θάνατο.

Πρόκειται για την τελευταία γενιά των αυθεντικών και ανεπιτήδευτων οργανοπαικτών πριν από την μεταβολή της διαδικασίας διάδοσης του λαϊκού και δημοτικού τραγουδιού, που είχε ως αποτέλεσμα την αντικατάστασή του από αιώνων τρόπου μετάδοσης, από στόμα σε στόμα, με τους φωτογραφικούς δίσκους.

Όμως, θα ήταν ίσως άδικο να μην αναφέρουμε τη μεγάλη προσφορά στη μουσική μας, όλων εκείνων, των επώνυμων και ανώνυμων δημιουργών – εκτελεστών  που στάθηκε όμως αδύνατο, να βρεθεί ηχογραφημένο μουσικό υλικό της εποχής εκείνης. Αξίζει να σημειώσουμε, ότι μετά το 1955 αρχίζουν να εμφανίζονται, άξιοι συνεχιστές της Κρητικής μουσικής παράδοσης, οι εκπρόσωποι της νέας γενιάς. Πρώτοι μεταξύ άλλων οι: Λεωνίδας Κλάδος, Σπύρος Σηφογιωργάκης, Νίκος Μανιάς, Γεράσιμος Σταματογιαννάκης, Μανόλης Μανουράς, Γιώργης Καλομοίρης, Δημήτρης Τσαγκαράκης, Βαγγέλης Μαρκογιάννης, Δημήτρης Φουκάκης, Ηρακλής Σταυρουλάκης, Μιχάλης Κουνέλης, και λίγο αργότερα οι: Ψαραντώνης, Γιάννης Ξυλούρης, Βασίλης Σκουλάς, Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Νίκος Σωπασής, Μανώλης Κακλής, Δημήτρης Πασπαράκης, Νικηφόρος Αεράκης και άλλοι…

Τέλος, ως παραγωγός του έργου, ευχαριστώ όλους τους συντελεστές, συνεργάτες, φίλους και πολιτιστικούς φορείς που βοήθησαν και συμπαραστάθηκαν στην προσπάθειά μου αυτή.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΑΕΡΑΚΗΣ

Παραγωγός – εκδότης μουσικών έργων

 

ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ

Οι πρώτες ηχογραφήσεις της Κρητικής μουσικής αποτελούν πολύτιμο υλικό στα χέρια του ειδικού ερευνητή αλλά και του μουσικού της Κρήτης.

Παρά τις τεχνικές αδυναμίες της εποχής εκείνης, οι πρώτες ηχογραφήσεις διασώζουν το ύφος των μουσικών ακουσμάτων και την ιδιαιτερότητα μιας ρομαντικής εποχής. Μόλις που είχε ελευθερωθεί η Κρήτη ύστερα από επτά ολόκληρους αιώνες ξένης κατοχής (Ενετοκρατία και Τουρκοκρατία) και προσπαθούσε να σχεδιάσει το μέλλον της ως τμήμα της Ελληνικής επικρατείας. Και οι πρώτοι πανηγυρισμοί για τη λευτεριά και την Ένωση συνοδεύτηκαν από το γνώριμο ήχο της λύρας.

Η τεχνολογία των ηχογραφήσεων βρήκε την Κρήτη, σε μια δύσκολη καμπή. Από τη μια ένα πικρό όσο και ηρωικό παρελθόν κι από την άλλη ένα άγνωστο αλλά και ελπιδοφόρο μέλλον. Οι Κρήτες έπρεπε να σταθούν σ’ ένα ακόμη μετερίζι για να διαφυλάξουν την ιδιαιτερότητα της ψυχής τους μαζί με τα έθιμα εκείνα που συνόδεψαν τους παππούδες τους για πολλούς αιώνες. Η λύρα  διεδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο. Ήταν το μέσον εκείνο που μπορούσε να μεταφέρει τον ψυχισμό μαζί με το συναίσθημα, να διασώσει το ύφος με τις ηχογραφήσεις και να προσφέρει την διασκέδαση.

Τα πρώτα βήματα ήταν δειλά. Η απόσταση από την Αθήνα, η τεχνολογία που δεν είχε τελειοποιηθεί και οι συνθήκες ζωής στην Κρήτη καθιστούσαν δύσκολη κάθε προσπάθεια ηχογράφησης. Ευτυχώς, όμως, όταν άρχισαν να διαδίδονται τα μηχανήματα αναπαραγωγής του ήχου, οι προσπάθειες εντάθηκαν με αποτέλεσμα να έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας αυτό το πολύτιμο υλικό.

Οι πρώτες ηχογραφήσεις επηρέασαν σημαντικά την εξέλιξη της Κρητικής μουσικής. Η κυκλοφορία ενός καινούριου δίσκου ήταν ένα κορυφαίο πολιτιστικό γεγονός για την Κρήτη.

Λίγα ήταν τα καταστήματα που διέθεταν γραμμόφωνο. Και στα γραμμόφωνα αυτά γυρνούσε διαρκώς ο ίδιος (καινούργιος) δίσκος. Απ’ έξω ουρές ο κόσμος!

Μερικοί από τους λαϊκούς μουσικούς του μεσοπολέμου έχουν περάσει πια στο χώρο του θρύλου, όπως ο Ροδινός, ο Καλογερίδης, ο Μπαξεβάνης κ.α. Οι δίσκοι εξακολουθούν να ακούγονται και πολλές εκτελέσεις έχουν γίνει κλασσικές. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι που γαλουχήθηκαν με τα ακούσματα του μεσοπολέμου για να διαγράψουν αργότερα τη δική τους λαμπρή πορεία. Λένε πολλοί πως οι νεότεροι αντιγράφουν τους μουσικούς εκείνης της εποχής. Ας τους αντιγράφουν! Ένα κλασσικό έργο (γιατί όχι και της λαϊκής μουσικής) ανήκει στην ίδια την παράδοση.

Μόνο αν σκεφτούμε λοιπόν, τη σημασία των πρώτων ηχογραφήσεων μόνο τότε θα καταλάβουμε και το μέγεθος της προσφοράς του Στέλιου Αεράκη, του ανθρώπου που ανέσυρε από τους φθαρμένους (και ετοιμόρροπους) δίσκους τις μουσικές μας μνήμες και να τις κάνει κτήμα του μελετητή, του μουσικού, του απλού ανθρώπου.

ΝΙΚΟΣ ΨΥΛΛΑΚΗΣ – Δημοσιογράφος

ΚΡΗΤΙΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Δεμένοι με τα παραδοσιακά μουσικά τους όργανα είναι οι Κρητικοί. Σε όλες τις κοινωνικές και οικογενειακές τους εκδηλώσεις, οι Κρητικοί παίζουν ώρες ατέλειωτες τα παραδοσιακά τους όργανα, γλεντούν και τραγουδούν. Τέσσερα είναι τα κυριότερα μουσικά όργανα σήμερα στην Κρήτη: Η ΛΥΡΑ, το ΛΑΟΥΤΟ, το ΒΙΟΛΙ και το ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ. Τα δύο τελευταία τα συναντούμε ακόμη, σε ορισμένες περιοχές του νησιού. Το ΜΠΟΥΛΓΑΡΙ, η ΑΣΚΟΜΑΝΤΟΥΡΑ, το ΣΦΥΡΟΧΑΜΠΙΟΛΟ και το ΝΤΑΟΥΛΙ, σχεδόν σπανίζουν. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσουμε, ότι μετά το 1970 πολλοί καλλιτέχνες άρχισαν να χρησιμοποιούν ως δεύτερο συνοδευτικό όργανο της λύρας, μαζί με το λαούτο, και την κιθάρα.

ΛΥΡΑ: Μουσικό όργανο με πανάρχαιες Ελληνικές ρίζες, παιζόταν από την αρχαιότητα στο νησί όχι όμως με τη σημερινή του μορφή, είναι το πιο αγαπητό και ευρύτερα γνωστό σήμερα στους κατοίκους της Κρήτης και της διασποράς. Εκτός Κρήτης παίζεται και σε ορισμένες άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπως στα Δωδεκάνησα –κυρίως στην Κάσο και στην Κάρπαθο- στη Θράκη και στη Μακεδονία, αλλά με διαφορετική όμως μορφή (αχλαδόσχημη) και παίξιμο. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρουμε την φυαλόσχημη λύρα ή κεμεντζές που παίζουν οι Έλληνες του Πόντου και της Καπαδοκίας. Στην Κρήτη τη λύρα τη συναντάμε κατά καιρούς –κυρίως μετά τον 18ο αιώνα μέχρι τη δεκαετία του 1940 –σε διαφορετικές μορφές και παραλλαγές.

Α) ΛΥΡΑ, η ΑΧΛΑΔΟΣΧΗΜΗ την συναντάμε σε δύο τύπους, το λυράκι, με μικρό ρηχό σκάφος και οξύ ήχο και τη βροντόλυρα, με μεγάλο βαθύ σκάφος και έντονο μπάσο ήχο. Παιζόταν από τον 17ο αιώνα στο νησί, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930 και στο δοξάρι της συναντάμε τα Γερακοκούδουνα (είδος κουδουνιών). Με αυτά οι λυράρηδες κρατούσαν το ρυθμό γιατί δεν είχαν άλλα συνοδευτικά όργανα όπως το μπουλγαρί ή το λαούτο, που άρχισαν να εμφανίζονται ως συνοδευτικά όργανα της λύρας, - πρώτα το μπουλγαρί και λίγο αργότερα το λαούτο – μετά το 1915.

Β) ΒΙΟΛΟΛΥΡΑ, είδος λύρας που έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με το βιολί, που οφειλόταν στην Ευρωπαϊκή εισβολή κα την μεγάλη αποδοχή που είχε το βιολί στα χρόνια του μεσοπολέμου, κυρίως από τους κατοίκους της Ανατολικής και Δυτικής Κρήτης. Η βιολόλυρα, πρωτοκατασκευάστηκε και εμφανίστηκε στην Κρήτη γύρω στα 1920 και παιζόταν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 40. Σήμερα σπανίζει στην Κρήτη.

Γ) ΛΥΡΑ η ΣΗΜΕΡΙΝΗ, είναι η συνέχεια της εξέλιξης της αχλαδόσχημης λύρας (ενδιάμεσος τύπος λυρακιού-βροντόλυρας), παίζεται σ’ όλη την Κρήτη. Ιδαίτερα μετά το 1950, οπότε καθιερώθηκε. Είναι το κυρίαρχο και πιο αντιπροσωπευτικό μουσικό όργανο της Κρήτης. Πρωτοκατασκευάστηκε με τη σημερινή της μορφή στις αρχές της δεκαετίας του ’40 από τον παλιό λυράρη και οργανοποιό Μανώλη Σταγάκη, που παρά τη μεγάλη ηλικία του εξακολουθεί και σήμερα να διατηρεί μαζί με το γιο του, οργανοποιείο στο Ρέθυμνο.

Λέγεται ότι χάρη σε κάποια μυστικά που τα ξέρει μόνο αυτός, οι λύρες του ξεχωρίζουν. Υπάρχουν όμως και άλλοι καλοί οργανοποιοί στην Κρήτη και στην Αθήνα που κατασκευάζουν το όργανο αυτό, το οποίο λόγω της ύπαρξης πλήθους σχολών παραδοσιακής μουσικής, έχει μεγάλη ζήτηση. Κατασκευάζεται κυρίως από ξύλο μαύρης μουρνιάς ή καρυδιάς.

ΛΑΟΥΤΟ ή ΛΑΓΟΥΤΟ: Παίζεται σ’ ολόκληρη την Κρήτη και είναι –μετά την λύρα- το πιο γνωστό και αγαπητό όργανο των κατοίκων του νησιού και των Κρητών της διασποράς. Εκτός Κρήτης, παίζεται και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, με διαφορετικό όμως κούρδισμα. Το σημερινό λαούτο είναι η συνέχεια της εξέλιξης του αναγεννησιακού και η εμφάνισή του στην Κρήτη χρονολογείται από την εποχή του Κορνάρου (Ερωτόκριτος). Στην πορεία της εξέλιξής του έχει υποστεί διάφορες μορφολογικές αλλαγές στο σκάφος και στο χέρι του για να αποδίδει εντονότερο ήχο, άρχισε να παίζεται ως συνοδευτικό όργανο της λύρας ή του βιολιού μετά το 1920, κυρίως, όμως από τους κατοίκους της κεντρικής και δυτικής Κρήτης. Σήμερα, εκτός από το μπάσο συνοδευτικό όργανο, παίζεται και ως σόλο και αποδίδει κατά τον τέλειο τρόπο τις Κρητικές μελωδίες, κάτι που δεν συνηθίζεται όμως, στις άλλες περιοχές της Ελλάδας. Δεν είναι πια τόσο περίτεχνο αλλά δεν διαφέρει και πολύ με το παλιό.

ΒΙΟΛΙ: Όργανο με παγκόσμια απήχηση, που στη σημερινή του μορφή παίζεται περίπου 400 χρόνια. Είναι αγαπητό όργανο και είχε μεγάλη απήχηση στους κατοίκους της Κρήτης, μέχρι και τα χρόνια του μεσοπολέμου, κυρίως όμως στην Ανατολική και Δυτική Κρήτη. Λόγω της ιδιοτυπίας των μοτίβων των περιοχών αυτών (κοντυλιές και πεντοζάλια) – που παίζονται και ερμηνεύονται με περισσότερη άνεση στο βιολί – και τον επηρρεασμό τους από την σπουδαία έντεχνη διασκευή και εκτέλεσή τους με το βιολί, από τον Στρατή Καλογερίδη την εποχή εκείνη, είχε ως αποτέλεσμα, να αγαπηθεί και να διαδοθεί στους κατοίκους των περιοχών αυτών. Όμως, μετά τον πόλεμο και την εμφάνιση των μεγάλων πρωτομαστόρων λυράρηδων, άρχισε σιγά σιγά να κυριαρχεί η λύρα, με αποκορύφωμά της τις δεκαετίες του 60-70. Παρόλο που το βιολί παίζεται ακόμη και σήμερα από πολλούς, κυρίως όμως της Ανατολικής και Δυτικής Κρήτης, η πορεία της λύρας στην πολύχρονη Κρητική μουσική ιστορία αναμφίβολα έδειξε ότι ξεχώρισε, αγαπήθηκε, καθιερώθηκε και έβαλε έντονα τη σφραγίδα της στη μουσική συνείδηση του Κρητικού λαού.

ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ: Όργανο ευρωπαϊκής καταγωγής, το συναντάμε σε όλα τα ευρωπαϊκά παράλια της Μεσογείου. Παίζεται σχεδόν σ’ όλη την Κρήτη και είναι ευρύτερα γνωστό στους κατοίκους της. Η εμφάνισή του χρονολογείται από την εποχή της ενετοκρατίας στο νησί. Είχε μεγάλη απήχηση στους κατοίκους κυρίως στα χρόνια του μεσοπολέμου, που το χρησιμοποιούσαν με διάφορες παραλλαγές (μαντόλα) και ως συνοδευτικό όργανο της λύρας ή του βιολιού. Σήμερα παίζεται κυρίως ως σόλο όργανο, σε προσωπικές και οικογενειακές εκδηλώσεις των κατοίκων της Κρήτης.

ΜΠΟΥΛΓΑΡΙ: Όργανο της οικογένειας του Ελληνικού ταμπουρά συγγενής με τον τζουρά. Η εμφάνισή του στην Κρήτη χρονολογείται προς τα τέλη του 18ου αιώνα και γενικεύθηκε μετά το 1915 με τους Μικρασιάτες. Παιζόταν κυρίως στο Ρέθυμνο στα χρόνια του μεσοπολέμου και έγινε δημοφιλές από τον Στέλιο Φουσταλιέρη. Σήμερα σπανίζει στην Κρήτη.

ΑΣΚΟΜΠΑΝΤΟΥΡΑ: Είναι κατ’ εξοχήν  ποιμενικό όργανο και παίζεται σχεδόν σ’ όλα τα νησιά του Αιγαίου. Η ασκομπαντούρα με την ονομασία άσκαυλος παιζόταν από την αρχαιότητα, καθώς επίσης και από τους Έλληνες της Μικράς Ασίας των τελευταίων Ελληνικών χρόνων και αργότερα από τους Ρωμαίους.

Στην Κρήτη και συγκεκριμένα στο μοναστήρι του Αγίου Φανουρίου στο Βαλσαμόνερο Ηρακλείου, υπάρχει εικόνα του 15ου αιώνα με τον Άγιο Φανούριο να παίζει ασκομπαντούρα. Παιζόταν μέχρι τη δεκαετία του ’60 κυρίως από τους κατοίκους των ορεινών περιοχών  του νησιού. Σήμερα σπανίζει στην Κρήτη.

ΣΦΥΡΟΧΑΜΠΙΟΛΟ ή ΘΙΑΜΠΟΛΙ:

Όργανο της οικογένειας των σουραβλιών και των φλογέρων, παίζεται από την αρχαιότητα και η εμφάνισή του στην Κρήτη χρονολογείται από τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Ήταν το αγαπημένο όργανο και η συντροφιά των βοσκών στα βουνά της μεγαλονήσου, το συναντάμε ακόμα και σήμερα, αλλά παίζεται από λίγους και μεγάλους σε ηλικία κατοίκους της Κρήτης.

ΝΤΑΟΥΛΙ:

Τα νταούλια είναι αρχαιότατα όργανα κοινά σ’ όλους τους λαούς του κόσμου και τα συναντάμε με διάφορες ονομασίες. Το Νησιώτικο μικρό νταούλι (τουμπανάκι) που παίζεται ακόμα και σήμερα στα νησιά του Αιγαίου και το χρησιμοποιούν ως συνοδευτικό όργανο της τσαμπούνας ή του βιολιού είναι της ίδιας οικογένειας με το Σητειακό νταούλι. Η εμφάνισή του στην Κρήτη και συγκεκριμένα στην Σητεία χρονολογείται γύρω στον 16ο αιώνα που ήρθε από τα Δωδεκάνησα. Παιζόταν κυρίως από τους κατοίκους της Ανατολικής Κρήτης και το χρησιμοποιούσαν στους χορούς ως συνοδευτικό όργανο της λύρας ή του βιολιού μέχρι και τα δεκαετία του ’60. Σήμερα σπανίζει στην Ανατολική Κρήτη.

ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ

Η κοινωνική ζωή των κατοίκων της Κρήτης είναι από τα πανάρχαια χρόνια – πυρρίχιος χορός – στενά δεμένη με τους παραδοσιακούς Κρητικούς χορούς. Σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις, γάμους, βαπτίσια, πανηγύρια και γιορτές, χαρές και λύπες, οι Κρητικοί, άνδρες – γυναίκες, χορεύουν… ώρες ατέλειωτες.

Συχνά ο χορός είναι γι’ αυτούς αγώνες αντοχής και παλληκαριάς, αλλά και η ευκαιρία για ξέσπασμα συναισθημάτων του ψυχικού τους κόσμου. Με λίγα λόγια οι χοροί τους είναι ένα κομμάτι από την ίδια τη ζωή τους.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφέρουμε τη σημαντική προσφορά και το ρόλο που έπαιξαν στην αναβίωση και στη διάδοση των κρητικών χορών, οι αυτοδίδακτοι  πρωτοχορευτές της νεότερης γενιάς, (1945-1975) που ήταν κυρίως, κάτοικοι ορεινών περιοχών του νησιού, αναφέρουμε μεταξύ άλλων και τους : ΣΤΑΜΑΤΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, ΜΙΧΑΛΗ ΛΕΦΑΚΗ, ΑΝΤΩΝΗ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗ, ΘΑΝΑΣΗ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗ, ΘΩΜΑ ΧΝΑΡΗ και ΟΡΕΣΤΗ ΣΑΡΡΗ.

Πέντε είναι σήμερα οι κυριότεροι χοροί της Κρήτης, υπάρχουν όμως και ορισμένοι άλλοι, αλλά με καθαρά τοπικό χαρακτήρα και πολύ περιορισμένη διάδοση:

 

Ο ΣΥΡΤΟΣ ή ΧΑΝΙΩΤΙΚΟΣ

Χορεύεται σ’ ολόκληρη την Κρήτη κυρίως όμως στη δυτική και συγκεκριμένα στους νόμους Ρεθύμνου και Χανίων.

Ο ΜΑΛΕΒΙΖΙΩΤΙΚΟΣ ή ΚΑΣΤΡΙΝΟΣ ΠΗΔΗΚΤΟΣ

Χορεύεται σ’ ολόκληρη την Κρήτη κυρίως όμως στην Ανατολική και κεντρική Κρήτη.

Ο ΣΙΓΑΝΟΣ ΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ

Χορεύεται σ’ ολόκληρη την Κρήτη και προηγείται του γρήγορου πεντοζάλη. Χορεύεται συνήθως στους γάμους, γι’ αυτό λέγεται και Χορός της Νύφης.

Ο ΓΡΗΓΟΡΟΣ ΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ

Χορεύεται κι αυτός σ’ ολόκληρη την Κρήτη και είναι ο πιο λεβέντικος και πεταχτός χορός.

Η ΣΟΥΣΤΑ

Κι αυτός παγκρήτιος χορός. Χορεύεται, κυρίως από αγόρια και κορίτσια, ζευγαρωτά και αντικρυστά.

Στις επόμενες σελίδες μπορείτε να βρείτε μιαν αναλυτική περιγραφή των βημάτων, που αποτελούν τους πέντε βασικότερους χορούς της Κρήτης.

ΣΥΡΤΟΣ ή ΧΑΝΙΩΤΙΚΟΣ

Χορεύεται κυκλικά. Οι χορευτές, κρατιώνται με τα δάχτυλα φέρνοντας τα χέρια τους στο ύψος των ώμων. Ο Σύρτος αποτελείται από 12 βήματα. Ξεχωριστή έμφαση, στα βήματα 1,4,7,10 και 11.

ΜΑΛΕΒΙΖΙΩΤΙΚΟΣ ή ΚΑΣΤΡΙΝΟΣ ΠΗΔΗΚΤΟΣ

Χορεύεται με γρήγορο ρυθμό, εμπρός-πίσω και κυκλικά.

Οι χορευτές, κρατιώνται με τα δάχτυλα έχοντας τα χέρια τους στο ύψος των ώμων. Ο Μαλεβιζιώτικος, αποτελείται από 16 βήματα από τα οποία, 8 απαιτούν κίνηση προς τα εμπρός, και κίνηση προς τα πίσω.

Ξεχωριστή έμφαση δίνεται στα βήματα 1,4,7,8,9,12,15 και 16

ΣΙΓΑΝΟΣ ΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ ή ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ.

Χορεύεται με αργό ρυθμό και κυκλικά με τα χέρια κάθε χορευτή, τοποθετημένα στους ώμους των διπλανών του.

Αποτελείται από 8 βήματα. Έμφαση δίνεται σε όλα τα βήματα. Το Σιγανό Πεντοζάλη ακολουθεί ο Γρηγόρης Πεντοζάλης.

Ο ΓΡΗΓΟΡΟΣ ΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ

Ακολουθεί τον Σιγανό Πεντοζάλη και χορεύεται σε γρήγορο ρυθμό και κυκλικά, με τα χέρια κάθε χορευτή, τοποθετημένα στους ώμους των διπλανών του. Αποτελείται από 11 βήματα που γίνονται πηδηχτά. Ξεχωριστή έμφαση δίνεται στις κινήσεις 1,2,3,4,5,8 και 11.

ΣΟΥΣΤΑ

Χορεύεται αντικρυστά από ζευγάρια αγοριών και κοριτσιών.

Οι φιγούρες της σούστας γίνονται με τα χέρια. Αποτελείται από 4 βήματα.

Χορεύεται ελεύθερα με αλλαγές θέσεων ή στροφές, αλλά πάντα στα 4 βήματα.

Ξεχωριστή έμφαση δίνεται στο 1 και 4.

 

ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Βαθειές και πανάρχαιες οι ρίζες της θαυμαστής Κρητικής μουσικής παράδοσης, τόσο βαθειές που και σήμερα μέσα στην κοσμογονική πανδαισία των μουσικών ακουσμάτων κρατούν γερά και αμετακίνητα μέσα στην ψυχή του Κρητικού τον έρωτα για τους δικούς τους σκοπούς, τους δικούς του χορούς, τα δικά του τραγούδια. Από τις ρίζες αυτές αντλούν την έκφρασή τους οι αμέτρητοι, σήμερα Κρητικοί καλλιτέχνες μικροί και μεγάλοι που με τους ήχους της λύρας, του βιολιού, του μαντολίνου, του λαγούτου, της ασκομαντούρας, κ.α. και το τραγούδι τους, συγκινούν και τέρπουν τον κάθε Κρητικό. Αμέτρητοι είναι οι ήχοι της Μουσικής παράδοσης. Πολλοί απ’ αυτούς έσβησαν και χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου αλλά και αρκετοί διεσώθησαν ή και δημιουργήθηκαν χάριν των διαλεκτών Κρητικών οργανοπαικτών της περιόδου 1900-1960. Δεν είναι μόνο οι όμορφες κοντυλιές ή οι χυματικοί σκοποί, όπως τους έλεγαν, οι χανιώτικοι ή συρτοί και οι θαυμαστοί σκοποί των όμορφων τραγουδιών, που διεσώθησαν, σε κάποιο μέτρο, μέχρι σήμερα και χάριν της δισκογραφίας αλλά και της αναπαραγωγής τους από νεότερους καλλιτέχνες. Είναι και πάρα πολλοί άλλοι σκοποί, άγνωστοι, που τους βρίσκουμε αραιά και που, στα χείλη των γερόντων και γερόντισσων όταν τους ζητούμε να τραγουδήσουν ξεχασμένα τραγούδια ή και τις παλιές τους μαντινάδες, ή ακόμη και στα θλιβερά τους μοιρολόγια και που είναι άμεση ανάγκη να καταγραφούν. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε την πρωτοποριακή δουλειά του μεγάλου Ν. Ξυλούρη και του ξεχωριστού Γ. Δραμουντάνη – Λουδοβίκου των Ανωγείων.

Την ίδια περίοδο 1900-1960 ακμάζει και στ’ Ανώγεια η κρητική μουσική, με θαυμάσιους καλλιτέχνες όπως τον Αντώνη Σκουλά ή Καραμουζαντώνη, το Μιχάλη Σκουλά, το Μανώλη Πασπαράκη ή Στραβό και πολλούς άλλους που φυντάνια και άξιοι συνεχιστές της δικής τους προσπάθειας είναι και οι επίσης πολυπληθείς σημερινοί Ανωγειανοί καλλιτέχνες που τίμησαν και τιμούν τη μουσική μας παράδοση.

Τα χρόνια αυτά βρίσκουμε σε έξαρση και ένταση την παλιά συνήθεια, που ανάγκαζε τους νεαρούς Κρητικούς και ιδιαίτερα τα βοσκάκια, όταν ανέβαιναν στ’ αόρι από το χειμαδιό, να περιμένουν με αγωνία ν’ ακούσουν αν φάνηκε η γοργόνα να φέρει τον καινούριο σκοπό για να τρέξουν στο χωριό και να τον μάθουν και ν’ αποκτήσουν τη μεγάλη τιμή ότι ήταν οι πρώτοι που τον τραγούδησαν. Την περίοδο αυτή  παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη και ο Κρητικός ποιητικός λόγος (μαντινάδες – τραγούδια – μοιρολόγια). Τότε ακριβώς άρχισαν να λειτουργούν στ’ Ανώγεια τα πρώτα σχολεία μαντιναδολόγων, που ήταν νυχτερινά. Διδακτήριά τους; Οι πλατείες Μεϊντάνι – Αρμί – Λιβάδι. Θρανία τους; Οι πετρόχτιστες πεζούλες. Δάσκαλοί τους; Οι πιο έμπειροι μαντιναδολόγοι. Μαθητές τους; Τα νιάτα των Ανωγείων. Εκεί συγκεντρωνόταν τα βράδια και αφού όλοι ησύχαζαν για ν’ ακούσουν και να πούνε μαντινάδες για να πάρουν την άσκηση για την επόμενη βραδιά, που ήταν μισή μαντινάδα για συμπλήρωση. Ένας από τους αμέτρητους μαθητές ήταν και ο μικρός τότε Μαντρατζής Φασαλογιάννης (Ανδρεαδάκης), που βγαίνοντας την επόμενη μέρα στο αόρι και μη μπορώντας να συμπληρώσει τη μαντινάδα της άσκησης που ήταν:

-          Τα χείλη σου κατακτυπά λώ πως μου καταράσσαι – συνάντησε το μεγάλο μαντιναδολόγο Μιχάλη Φασουλά ή Μιχαήλο και γεμάτος χαρά ότι αυτός θα δώσει λύση στο πρόβλημά του ζήτησε να του συμπληρώσει τη μαντινάδα.

Ο Μιχαήλος αστραπιαία και πιθανότατα μη θέλοντας να συναινέσει σε αντιγραφές του απάντησε:

-          Που να΄χεις το ανάθεμα την άλλη δε θυμάσαι.

Θαυμαστή και επαινετή από κάθε πλευρά η προσπάθεια καταγραφής των παλιών σκοπών από το Κρητικό μουσικό εργαστήρι με παραγωγό τον Στέλιο Αεράκη, καθώς και η παράλληλη έκδοση κατατοπιστικού φυλλαδίου. Το όλο έργο αποτελεί μια μεγάλη και σημαντική προσφορά όχι μόνο στη διάσωση και διατήρηση της Κρητικής μας μουσικής παράδοσης αλλά και στη διασφάλιση της γνησιότητάς της που τόσο απειλείται.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΜΠΩΚΟΣΔήμαρχος Ανωγείων

Σημείωση: Θα ήταν ίσως παράλειψη να μην αναφέρουμε τη μεγάλη προσφορά στην εξέλιξη και στη δ ιάδοση του Κρητικού Ποιητικού Λόγου, της νεότερης γενιάς – μετά το 1955 – των λαϊκών  ποιητών (μαντιναδολόγων) του νησιού, αναφέρουμε μεταξύ άλλων και τους : ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΡΑΤΖΗ, ΜΗΤΣΟ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗ, ΜΙΧΑΛΗ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗ (ΝΙΔΙΩΤΗ) και ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΧΑΙΡΕΤΗ (ΓΙΑΛΑΦΤΗ).

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΟΔΙΝΟΣ

«Ξύπνα Αντρέα Ροδινέ παίξε γλυκά τη λύρα

ν’ αναστηθούνε οι νεκροί που’ναι βαθιά στο μνήμα»

 

Ο Ανδρέας Ροδινός γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1912. Ο πατέρας του καταγόταν από το Ατσιπόπουλο του Ρεθύμνου και ήταν φούρναρης. Η μητέρα του Χρυσούλα Μαμαγκάκη, (αδελφή του πατέρα του γνωστού συνθέτη Νίκου Μαμαγκάκη) καταγόταν από τα Φραντζεσκιανά Μετόχια Ρεθύμνου. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο και το Γυμνάσιο στο Ρέθυμνο. Άρχισε να παίζει λύρα από 13 χρόνων, μαθητεύοντας κοντά στους Νικήστρατο και Πισκόπη.

Σε ηλικία 16 χρονών δημιούργησε για πρώτη φορά το δικό του συγκρότημα και συνεργάζεται με τον περίφημο ερασιτέχνη λαουτιέρη Σταύρο Ψύλλο.

Λάτρευε με πάθος τη λύρα και έπαιζε σε πανηγύρια και άλλες κοινωνικές εκδηλώσεις, χωρίς ποτέ του να πάρει χρήματα.

Σε ηλικία 18 χρονών ήταν πλέον ένας τέλειος και εκπληκτικός Λυράρης. Το καλοκαίρι του 1928 ήρθε από την Αμερική ο ξακουστός λυράρης της εποχής εκείνης Χαρίλαος Πιπεράκης, με σκοπό να ακούσει το Ροδινό, ο οποίος αποθεώθηκε από το Ρεθυμνιώτικο κοινό κατά την πρώτη του δημόσια εμφάνιση, μαζί με τον Πιπεράκη, στην προκυμαία του Ρεθύμνου. Αμέσως μετά, αφού αρνήθηκε την πρόταση του Ππεράκη να δουλέψει στην Αμερική, εντελώς ελεύθερος πια, γιατί είχε τελειώσει το γυμνάσιο, ασχολήθηκε με πάθος με την Κρητική μουσική, παίρνοντας σαν τακτικό συνεργάτη του τον λαουτιέρη με τη χρυσή φωνή Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη).

Σε ηλικία 21 χρονών (1933) ενώ κατατάχτηκε στο στρατό, μια πλευρίτιδα τον καθήλωσε για 6 μήνες στο νοσοκομείο. Στη διάρκεια μιας μικρής καλυτέρευσης που παρουσίασε, ύστερα από επιμονή των φίλων του, Λευτέρη Γαγάνη και Γιάννη Μπαξεβάνη, πείστηκε και ηχογράφησε δύο δίσκους με τη συνοδεία στο λαούτο τον Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη). Τα (οργανικά) αυτά τραγούδια, από δίσκους 78 στροφών, που διασώθηκαν μέχρι τις μέρες μας, χάρη στο ενδιαφέρον του αδελφού του Μπαξεβάνη και που περιλαμβάνονται στο άλμπουμ αυτό είναι: ο «Ρεθυμνιώτικος συρτός», o «Αποκορωνιώτικος Συρτός», ο «Κισσαμνιώτικος Συρτός», και τα «Ρεθεμνιώτικα πεντοζάλια». Τραγούδια που έχουν μείνει ορόσημο στην Κρητική μουσική.

Στη συνέχεια ο Ανδρέας Ροδινός αποσύρθηκε για ένα διάστημα –λόγω υγείας- στο Οροπέδιο Νίππους και δέκα μέρες μετά την επιστροφή του στο Ρέθυμνο, πέθανε 9 Φεβρουαρίου του 1934, μόλις 22 χρόνων, έχοντας τις τελευταίες του στιγμές αγκαλιά του, τη θήκη με τις δυο λύρες του.

Το πόσο αγαπητός ήταν ο Ανδρέας Ροδινός στους Ρεθυμνιώτες, αλλά και σ’ολόκληρη την Κρήτη, φαίνεται από το γεγονός ότι τη μέρα της κηδείας του, έκλεισαν όλοι τα μαγαζιά τους και ακολούθησαν την νεκρώσιμη πομπή.

Ο θάνατός του άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό στο χώρο της Κρητικής μουσικής, της οποίας υπήρξε μεγάλος εκτελεστής, δ ημιουργός και πρωτομάστορας της Σχολής Ροδινού που την ακολούθησαν μ’ ευλάβεια και σεβασμό οι νέωτεροι Κρητικοί καλλιτέχνες.

Ο Ροδινός έφυγε…! Ο μύθος του όμως έμεινε για πάντα και θ’ακούγεται μέχρι να στέκει η Κρήτη.

Σ.Α.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ

Ο Γιάννης Μπερνιδάκης (Μπαξεβάνης) γεννήθηκε το 1910 στο Ρέθυμνο. Ο πατέρας του καταγόταν από το Άνω Μαλάκιο Ρεθύμνου και ήταν κηπουρός στο τσιφλίκι κάπου Τούρκου Αγά. Γι’ αυτό είχε και το παρανόμι (Μπαξεβάνης). Η μητέρα του Στέλλα Βογιατζάκη ήταν συγχωριανή με τη μητέρα του Ροδινού, από τα Φραντζεσκιανά Ρεθύμνου.

Ο Μπαξεβάνης, όπως είναι ευρύτερα γνωστός, φοίτησε μέχρι τη Β’ τάξη του Γυμνασίου. Από μικρός όμως είχε μεγάλη κλίση στο τραγούδι, στο οποίο τον ανέδειξε γρήγορα η αξεπέραστη, ρωμαλαία φωνή του. Η πρώτη του επαφή με μουσικά όργανα ήταν σε ηλικία 12 χρονών όταν άρχισε να παίζει μαντολίνο και αργότερα μπουλγαρί. Ασχολήθηκε όμως, περισσότερο με το λαούτο και το τραγούδι.

Τραγούδησε κυρίως Κρητικά και Νησιώτικα αλλά και Μικρασιάτικα τραγούδια. Οι Κρητικοί τον λάτρευαν και τον αποκαλούσαν «το αηδόνι της Κρήτης». Η φήμη του και η απήχησή του στον Κρητικό λαό ήταν τεράστια, και θα μείνει στην ιστορία σαν ένας από τους κορυφαίους τραγουδιστές που έχει βγάλει ποτέ η Κρήτη. Η Κρητική μουσική παράδοση του χρωστάει πολλά. Συνεργάστηκε μουσικά, αλλά και δισκογραφικά σχεδόν με όλους τους Ρεθυμνιώτες λυράρηδες, της εποχής εκείνης (1925-1955). Ανάμεσά τους και οι πασίγνωστοι Ροδινός, Καρεκλάς, Καραβίτης, Φουσταλιέρης και Σκορδαλός.

Στη δισκογραφία ο Μπαξεβάνης εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1928 με την  ηχογράφηση ενός δίσκου (78 στροφών) με τον Αλέκο Καραβίτη. Ακολούθησαν λίγο αργότερα και άλλες ηχογραφήσεις με το Ροδινό, το Φουσταλιέρη, το Λαγό και το νεότερο –τότε- Θ. Σκορδαλό.

Ακούγοντας έστω και από αυτές τις παμπάλαιες ηχογραφήσεις από δίσκους 78 στροφών, τη φωνή του Μπαξεβάνη, δεν μπορεί να κρύψει κανείς την έκπληξή του, για την ωριμότητα της ερμηνείας του, την τεράστια γκάμα της φωνής του, και την άριστη τεχνική του (παρόλο που ήταν αυτοδίδακτος) τα βυζαντινά του ηχοχρώματα, την τελειότητα στην έκφραση και προπαντός το μεράκι και το πάθος του. Στοιχεία που σπανίζουν στους σημερινούς ερμηνευτές.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπαξεβάνης την εποχή εκείνη με την ασύγκριτη (κυριολεκτικά) φωνή του είχε ξεπεράσει τα στενά όρια της Κρήτης και είχε γίνει γνωστός, τόσο στην υπόλοιπη Ελλάδα όσο και στους Κρητικούς του εξωτερικού. Ακόμα, δεν είναι τυχαίο ότι τα 50 και πλέον τραγούδια που είχε ηχογραφήσει με τους Ροδινό, Φουσταλιέρη, Λαγό και Σκορδαλό έχουν γίνει κλασσικές επιτυχίες σχεδόν στο σύνολό τους, και έχουν αφήσει έντονη την σφραγίδα τους, στην μουσική συνείδηση του λαού μας.

Ο Μπαξεβάνης παντρεύτηκε το 1947 τη Ρεθυμνιώτισσα Ελευθερία Κατσιμπράκη και απόκτησαν μια κόρη που μένει στο Ρέθυμνο.

«Το αηδόνι της Κρήτης» πέθανε το 1972 στο Ρέθυμνο.

Σ.Α.

Δυο άρχοντες της Κρητικής μουσικής, παρουσιάζονται σε αυτό το δίσκο.

Ο Ανδρέας Ροδινός και ο Γιάννης Μπερνιδάκης ή Μπαξεβάνης.

Ένα από τα ωραιότερα δίδυμα που σφράγισαν, με τη λύρα του ο πρώτος και με τη φωνή του ο δεύτερος, το ύφος της μουσικής της κεντρικής Κρήτης.

Είναι αλήθεια πως η περίοδος του μεσοπολέμου, τα δύσκολα χρόνια της κατοχής και τη μετακατοχική περίοδο, στην Κεντρική Κρήτη, με επίκεντρο το μικρό Ρέθυμνο συντελείται ένα δημιουργικό έργο στον τομέα της Κρητικής μουσικής, που γνωρίζει ημέρες άνθησης και ακμής. Ροδινός, Καρεκλάς, Φουσταλιέρης, Λαγός, Καλογρίδης, Μπαξεβάνης, - για να μείνουμε στους παλιούς- αλλά και τόσοι άλλοι μουσικοί με το έργο τους πιστώνουν και στοιχειώνουν τη μουσική έκφραση της περιοχής τους, με κάποιες αρετές και ορισμένα χαρακτηριστικά, που τη διαφοροποιούν από το ύφος της μουσικής της Ανατολικής Κρήτης, ή εκείνων των δυτικών περιοχών του νησιού, πάνω στους γνωστούς και δοσμένους μουσικούς άξονες.

Το συγκρατημένο πάθος, η δωρική λιτότητα, ο αρρενωπός και αυστηρός τόνος είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα, που συντάχθηκαν με τον καιρό από τους Πρωτομάστορες και συνθέτουν τη φυσιογνωμία της μουσικής της Κεντρικής Κρήτης, σε αντίθεση με τον πρόσχαρο λυρικό και ανάλαφρο τόνο που διατρέχει τις μελωδίες της Ανατολικής Κρήτης ή τον πεταχτό και ζωηρό βηματισμό, που χαρακτηρίζει τη μουσική των Δυτικών περιοχών του νησιού.

Παράλληλα την ίδια εποχή αποτυπώνεται στη δισκογραφία ο βασικός κορμός –για να μιλήσουμε με Σολωμικούς όρους που αναφέρονται στη φυσική λειτουργία της τέχνης- της μουσικής της Κεντρικής Κρήτης. Δημιουργείται έτσι μια κοινή μουσική τράπεζα, όπου οι αναλήψεις και οι καταθέσεις, μοτίβων, στίχων, σκοπών και μελωδιών, μεταξύ των μουσικών είναι ελεύθερες.

Οι συνθέσεις και τα τραγούδια κάνουν τον κύκλο από λύρα σε λύρα, από στόμα σε στόμα και με το σπερματικό τους δυναμισμό γονιμοποιούν ακόμα και σήμερα την Κρητική μουσική έκφραση.

Ο κάθε νέος μουσικός παίρνει ένα σκοπό, ένα ρυθμό, μια μελωδία και με την ελευθερία που του παρέχεται στον αυτοσχεδιασμό, τροποποιεί δοσμένα μουσικά θέματα, προσθέτοντας μια δική του πινελιά, μια δοξαριά, ένα στίχο, ένα δικό του ηχόχρωμα.

Οι καλοί αφομοιώνουν και προχωρούν τη μουσική υπόθεση, μεταγγίζοντας κάτι από τη δική τους ευαισθησία στο σώμα της κρητικής μουσικής. Οι μέτριοι, ή οι κακοί στην καλύτερη περίπτωση προσπαθούν να μιμηθούν και στη χειρότερη τη συκοφαντούν.

Έτσι πάντως δημιουργείται αυτός ο μελωδικός πλούτος και η ποικιλία των παραλλαγών και των αποχρώσεων- ο Γεώργιος Χατζηδάκης μιλά για “δυσβάστακτο μελωδικό φόρτο” – που χαρακτηρίζει την Κρητική μουσική.

Βέβαια η εντύπωση που επικρατεί ή που σχηματίζει κανείς σε μια πρώτη επαφή με την Κρητική μουσική, είναι ανάλογη με την εντύπωση που σχηματίζει κανείς βλέποντας ξαφνικά πολλούς συγκεντρωμένους Κινέζους. Όλοι μοιάζουν.

Δεν μπορεί με μια πρώτη ματιά, να διακρίνει τις αποχρώσεις, το σχήμα και τις ιδιοτροπίες που σφραγίζουν την φυσιογνωμία. Ήδη ο Κάλβος, σε άλλο επίπεδο βέβαια, μιλούσε για το μονότονο των Κρητικών επών.

Η μονοτονία είναι όμως και η κατηγορία, που πολλοί προσάπτουν στο σύνολο της Κρητικής μουσικής, κρίνοντάς την, ίσως επιφανειακά. Γιατί, αν δεν αναφέρονται στην κακή μουσική και στους κακούς μουσικούς, που και το ένα και το άλλο υπάρχουν σε όλα τα είδη της μουσικής, τότε θα πρέπει εσφαλμένα να τη συγκρίνουν με τα πολυώροφα ηχητικά οικοδομήματα που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη.

Εδώ όμως έχουν ένα διαφορετικό μουσικό κόσμο. Εδώ υπάρχει ένα απλό, ποικιλόχρωμο μελωδικό νήμα, που ξετυλίγεται σε κυματισμούς και που σε κάθε χιλιοστό, κλείνει μέσα του, έναν ολόκληρο κόσμο από συναισθήματα, συγκινήσεις, ψυχικούς κραδασμούς και πάθη, κάτι που μπορεί να το αντιληφθεί κανείς ακούγοντας με λίγη προσοχή, ένα οποιοδήποτε από τα συρτά του Ροδινού που υπάρχουν σ’αυτό το δίσκο.

Πυρήνας του μουσικού κορμού της Κεντρικής Κρήτης, που αποτυπώνεται στη δισκογραφία και μας χαρίζει σήμερα τη δροσιά και το φύλλωμά του- για να επανέλθουμε στην αρχική μας μεταφορά – είναι ο Ροδινός και ο Μπαξεβάνης.

Το όνομα του Ανδρέα Ροδινού έχει περάσει πια στη σφαίρα του μύθου και του θρύλου.

Μνήμη και μύθος συγχέονται.

Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο και πέθανε το Φλεβάρη του 1934 σε ηλικία μόλις 22 ετών από φυματίωση.

Αυτός ο νέος από τα 18 του χρόνια είχε επιβληθεί σε όλη την περιοχή από το απαράμιλλο παίξιμό του. Ήταν ένας ταμένος, ένας μανιακός της λύρας.

«Από 12 ετών άρχισε να παίζει λύρα», λέει ο αδελφός του Μανόλης Ροδινός «γύριζε στα πανηγύρια, άκουγε σκοπούς κι ύστερα κλεινόταν στο σπίτι με τις ώρες, για να τους φορμάρει και να τους δώσει τη γλύκα και την αρμονία που ήθελε αυτός».

Όταν αρρώστησε, συγγενείς και φίλοι τον παρακινούσαν να γράψει κάτι σε δίσκο. Ο ίδιος αρνιόταν. Ήθελε να τελειοποιηθεί ακόμα περισσότερο. Στο τέλος πείστηκε.

Λέγεται πως στην πρώτη και τελευταία ταυτόχρονα ηχογράφηση ήταν βαριά άρρωστος με υψηλό πυρετό και τον τύλιγαν με κουβέρτες και του έκαναν κομπρέσες για να μπορέσει να συνεχίσει.

Λέγεται ακόμη πως είχαν παροτρύνει τον Μπαξεβάνη που τον συνόδευε με το λαούτο να τραγουδήσει τις συνθέσεις του Ροδινού.

Ο Μπαξεβάνης αρνήθηκε πεισματικά. Ήξερε ότι ο φίλος και συνεργάτης του Ροδινός, θα πέθαινε και πίστευε ότι έπρεπε να μείνει η μουσική του ανόθευτη, να συναρπάζει και να μαγεύει από μόνη της η λύρα, χωρίς τραγούδι.

Απ’αυτή την ηχογράφηση σώζονται τρία συρτά και ένας πεντοζάλης που υπάρχουν στο δίσκο και θεωρούνται σήμερα από τις κορυφαίες στιγμές της Κρητικής μουσικής. Οι συνθέσεις που διακρίνονται για την εκπληκτική ομορφιά τους, την άψογη εκτέλεσή τους και έχουν γίνει μέτρο κρίσης και σύγκρισης με τους παλιούς και σύγχρονους λυράρηδες.

Ο Μπαξεβάνης ένας άλλος από τους πρωτομάστορες της Κρητικής  μουσικής ήταν φίλος του Ροδινού. Μαζί ξεκίνησαν την μουσική τους καριέρα. Μάλιστα μετά το θάνατο του Ροδινού, ο Μπαξεβάνης για ένα μεγάλο διάστημα σταμάτησε να παίζει και να τραγουδά.

Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο και πέθανε στην ίδια πόλη τον Ιούλιο του 1972. Κατάγεται από μουσική οικογένεια. Η αδελφή του Λαυρεντία, με φωνητικά προσόντα εφάμιλλα του αδελφού της είναι η πρώτη γυναίκα που στις αρχές του 1940 εκπόρθησε ένα καθαρά ανδρικό οχυρό της Κρητικής μουσικής και μπήκε στο στούντιο, όπου ηχογράφησε το πασίγνωστο τραγούδι του Μανώλη Λαγού «τη μάνα μου την αγαπώ».

Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Μπερνιδάκης. Το «Μπαξέ» ή Μπαξεβάνης ήταν πατρικό παρατσούκλι που το κληρονόμησε ο ίδιος και η αδελφή του. Μάλιστα υπάρχει και μια μαντινάδα:

«Μην τονε κλαις η το μπαξέ κι αν του’ φυγε τ’ αηδόνι, μα αυτός με το τραγούδι του βραδιάζει ξημερώνει».

Μες στη μυθική φωνή του, όπως θα’ λεγε και ο Ρίτσος «ένα αηδόνι, δύο περιστέρια, ένας αητός, κι ένα λιοντάρι δένουν την παντοτινή φιλία του κόσμου». Λένε για τον Μπαξεβάνη που σφράγισε την Κρητική μουσική με το μοναδικό θαύμα της φωνής του. Λένε, ακόμη πως οι λυράρηδες φιλονικούσαν μεταξύ του ποιος θα τον πάρει στα πανηγύρια και στις ηχογραφήσεις των δίσκων.

Όσοι είχαν στίχο, όσοι είχαν ήχο και δεν είχαν φωνή, βρήκαν στα χείλη του Μπαξεβάνη την αληθινή τους άρθρωση. Στην ευρύχωρη κοίτη της φωνής του χόρεσαν ο αμανέδες και η φωνή του Φουσταλιέρη, η δροσιά των νησιώτικων ρυθμών, το πάθος του Σκορδαλού, και η γλυκύτητα του Μανόλη Λαγού.

Σ’αυτό το δίσκο παρουσιάζονται συγκεντρωμένες οι συνθέσεις του Ροδινού σε αυθεντικές εκτελέσεις και αντιπροσωπευτικά τραγούδια του Μπαξεβάνη. Πρέπει να χρωστάμε χάρη στον κ. Στέλιο Αεράκη και στο Κρητικό Μουσικό Εργαστήρι που συνεχίζουν, χωρίς καμία βοήθεια την επανέκδοση δίσκων  με σπάνιες ηχογραφήσεις.

Σε μια  εποχή ισοπέδωσης, τυποποίησης και αλαλαζόντων κυμβάλων όπου πολλοί επιμένουν να αντιμετωπίζουν την Κρητική μουσική σαν θέαμα γραφικό, μουσειακό είδος ή τουριστικό τσαλίμι, η επαφή μας με τους Πρωτομάστορες της μουσικής μας παράδοσης μπορεί να οξύνει την ευαισθησία μας και να μας δώσει ένα μέτρο για να εκτιμήσουμε τι είχαμε, τι χάσαμε και τι πρέπει να ξανακερδίσουμε γιατί είναι γεγονός πως η Κρητική μουσική έχει μια δυναμική και συνεχίζει να λειτουργεί και να εξελίσσεται στον Κρητικό χώρο.

Ακόμη πρέπει να χρωστάμε χάρη στον κ. Αεράκη, γιατί σε μια εποχή, που τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, ιδιωτικά και κρατικά, μας κατακλίζουν με ξένους ρυθμούς, και σε άπταιστη αγγλοσαξονική προφορά η κάθε είδους μουσικοί παραγωγοί, μας πληροφορούν για το πότε άλλαξε χορδές στην κιθάρα του ο κάθε ξένος κιθαρίστας ή πότε έσπασε τα πιάτα του ο δεινός ξένος ντράμερ, ο κ. Αεράκης επιμένει να μας μιλάει για τη λύρα του Ροδινού και του Λαγού, τη φωνή του Μπαξεβάνη ή το λαούτο του Κουτσουρέλη. Βλέπετε η παράδοση, είναι ρίζες, είναι άνθρωποι, είναι αίμα. Δεν είναι μελάνι για να κάνουμε τις σουπιές, ούτε αέρας για να τον πουλάμε κοπανιστό.

ΝΤΙΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ – Δημοσιογράφος

 

ΑΛΕΚΟΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ

«Πέντε είναι οι λεβεντιές που έβγαλε η Κρήτη

Ψύλλο, Λαγό και Ροδινό, Μπαξέ και Καραβίτη».

 

Ο ΑΛΕΚΟΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ γεννήθηκε το 1904 στο γραφικό και ορεινό χωριό Ακτούντα Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνης. Ήταν το τρίτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας (οκτώ αδέλφια) και ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση ασχολήθηκε από πολύ μικρός με την μουσική. Δική του λύρα απέκτησε σε ηλικία 15 χρονών.

Ο μεγαλύτερος αδελφός του Μανώλης που ζει (σε ηλικία 98 χρονών) σήμερα στην Αθήνα και είναι συνταξιούχος Μηχανικός Εργολάβος Δημοσίων Έργων, σε επικοινωνία που είχα μαζί του αναστορήθηκε τα παλιά και μου είπε:

«Ο Αλέκος, ο αδερφός μου πρωτόμαθε λύρα στις ψηλές και απόκρυμνες βουνοκορφές του χωριού μας. Από παιδί είχε μεγάλο πάθος και μεράκι γι’ αυτό το όργανο. Όταν θελά πάει για τα αιγοπρόβατα στο βουνό, φεύγοντας, ψωμί και φαγητό μπορεί να μην έπαιρνε μαζί του, τη λύρα όμως την έβαζε πρώτη στο βουργιάλι του (ταγάρι) και έπαιζε μέρα νύχτα στ’ αόρι έκεια συντροφιά με τα πρόβατα, γι’ αυτό όμως έγινε και μεγάλος Λυράρης. Την Ρεθυμνιώτικη σούστα που έπαιζε ο Αλέκος δεν την έχω ακούσει από κανένα λυράρη σημερινό. Αυτός ήταν άπιαστος».

Ο Αλέκος Καραβίτης έρχεται για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1921. Υπηρετεί την θητεία του, σαν εθελοντής στη Χωροφυλακή μέχρι το 1925. Τον επόμενο χρόνο εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα, με μοναδικά εφόδια τη λύρα και το όνομά του που ήδη ήταν γνωστό στο κοινό της Κρήτης. Στη συνέχεια (1927) ο Αλέκος, ανοίγει ένα καφενείο- ταβέρνα στη λεωφόρο Συγγρού στη θέση Φόρος (τότε δυόδια στη γέφυρα του Κουκακίου) όπου σιγά σιγά γίνεται το στέκι των Κρητών της Αθήνας.

Στη δισκογραφία, ο Αλέκος εμφανίζεται για πρώτη φορά ένα χρόνο μετά και ηχογραφεί τα τραγούδια. «Αγιοβασιλειώτικος συρτός» και την περίφημη «Ρεθυμνιώτικη σούστα» που έγιναν επιτυχίες την εποχή εκείνη.

«Εγώ ‘μια τ’ αοριού παιδί και του βουνού ‘μαι θρέμα και να με πάρει δεν μπορεί, του ποταμού το ρεύμα».

Στη συνέχεια μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’40 ο Αλέκος Καραβίτης ηχογραφεί αρκετούς δίσκους με χορούς και τραγούδια απ’ όλη τη γκάμα της Κρητικής μουσικής, αλλά και νησιώτικα, με συνεργάτες του στο λαούτο και στο τραγούδι τον Μπαξεβάνη, τον Γιώργη Κουτσουρέλη, τον Νίκο Τζουγάνο (Μαστρόκαλο) και το Σταύρο Μαυροδημητράκη.

Επίσης, την περίοδο αυτή (1939) πραγματοποίησε μια μεγάλη περιοδεία στην Αίγυπτο μαζί με τον Μανώλη Λαγό, τον Μπαξεβάνη, και το χορευτικό συγκρότημα του Σταμάτη Παπαδάκη.

Το 1953 πραγματοποιεί μια μακρόχρονη περιοδεία στην Ευρώπη και την Αμερική σε συνεργασία με τη Δώρα Στράτου και το χορευτικό της συγκρότημα.

Στο διάστημα αυτό ηχογράφησε στην Αμερική –με συνοδεία στο λαούτο Νίκο Τζουγάνο (Μαστρόκαλο)- δέκα δίσκους 78 στροφών, οι οποίοι σώζονται και σήμερα και τους έχουν τα παιδιά του σαν ιερό κειμήλιο.

Αρκετά τραγούδια αυτών των δίσκων περιλαμβάνονται στο άλμπουμ αυτό. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο από την επαγγελματική σταδιοδρομία του Αλέκου Καραβίτη είναι το γεγονός ότι αν και σε ηλικία 40 χρονών είχε αποκατασταθεί επαγγελματικά και δεν είχε πια οικονομικό πρόβλημα (είχε πάρει την αποκλειστική διανομή πάγου σε όλη την Αττική από τον κουμπάρο του Αντώνη ΦΙΞ. Μεγάλη δουλειά για την εποχή εκείνη), δεν διανοήθηκε ούτε μια στιγμή να παρατήσει τη λύρα του…

Αντίθετα, με το γλυκό και απαλό του παίξιμο και την χαρακτηριστική Κρητική φωνή του πάλεψε σε δύσκολους μάλιστα καιρούς με πάθος και αγάπη για την καθιέρωση και διάσωση της Κρητικής Μουσικής Παράδοσης. Η προσφορά του είναι ανεκτίμητη.

Ο Αλέκος Καραβίτης απέκτησε από το γάμο του 3 παιδιά, ένα γιο και δυο κόρες, οι οποίες μάλιστα σε ορισμένες ηχογραφήσεις τον συνόδεψαν στο τραγούδι. Σήμερα μένουν μόνιμα στην Αθήνα. Ήταν από τους λίγους Κρητικούς καλλιτέχνες που πέθανε ευκατάστατος (εξαιτίας των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του) και είχε κάνει πολλές δωρεές, ανάμεσα στις οποίες και ένα σημαντικό ακίνητο στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Έφυγε για πάντα το 1975 σε ηλικία 71 ετών.

Σ.Α.

 

Ιστορική αναφορά στον ΑΛΕΚΟ ΚΑΡΑΒΙΤΗ από τον ΚΩΝ/ΝΟ Μ. ΠΑΝΤΟΥΒΑ

Πολλά έχουν  γραφτεί και συζητούνται κατά καιρούς για την Κρητική μουσική και τη διάδοσή της και πολλά ονόματα λυράρηδων αναφέρονται. Όμως θα είναι μια μεγάλη ιστορική παράλειψη να μην αναφερθεί το όνομα του Αλέκου Καραβίτη, που ομολογουμένως  αγωνίστηκε πολύ σκληρά για τη διάδοση της Κρητικής μουσικής μέχρι τα πέρατα της οικουμένης, που εκείνα τα χρόνια ήταν τελείως άγνωστη έξω από τη μεγαλόνησο Κρήτη. Όταν για πρώτη φορά ήλθε στην Αθήνα ο Καραβίτης με τη λύρα που είχε μάθει βόσκοντας τα πρόβατα στις βουνοκορφές του χωριού του Ακτούντα Αγ. Βασιλείου, δεν τολμούσε κανείς να εμφανιστεί δημόσια παίζοντας αυτό το όργανο που λεγόταν λύρα, γιατί ίσως θα διακινδύνευε και τη ζωή του ακόμα. Τα πολιτικά γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει ήταν πολύ πρόσφατα ακόμη και το Κρητικό στοιχείο της Αθήνας παραμερισμένο και αποδιωγμένο δεν διέθετε καμία δύναμη και προβολή.

Όμως σιγά-σιγά ο Καραβίτης κατάφερε να γνωριστεί με μερικούς Κρήτες που είχαν εγκατασταθεί από καιρό στην Αθήνα και μ’ αυτό τον τρόπο, άρχισε να προβάλει την κρητική μουσική πρώτα στα σπίτια τους ως προσκεκλημένος και αργότερα και σε δημόσιους χώρους της Αθήνας.

Με την επάνοδο του Ελ. Βενιζέλου το έτος 1928, ως Πρωθυπουργού της χώρας, του δόθηκε τότε η μεγάλη ευκαιρία που περίμενε από καιρό, για να διαδώσει όχι μόνο στο εσωτερικό αλλά και σε πολλές χώρες του εξωτερικού την Κρητική μουσική που με διάφορα Κρητικά χορευτικά συγκροτήματα περιήρχετο δίνοντας παραστάσεις  για την ψυχαγωγία του κρητικού στοιχείου που ως γνωστόν είναι διεσπαρμένο σε όλες τις χώρες του κόσμου, αφού προηγουμένως έδωσε μια μεγάλη Κρητική συναυλία στην Αθήνα που ήταν και η πρώτη στο είδος της.

Σοβαρό εμπόδιο επίσης υπήρξαν και τα διάφορα πολιτικά γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει. Όμως το μεγάλο πάθος  που είχε δημιουργηθεί στην ψυχή του Καραβίτη για την διάδοση της Κρητικής μουσικής στην Αθήνα, τον ανάγκασε να καταφύγει σε διάφορα μέσα για να επιτύχει τον σκοπό του. Φρόντισε πρώτα να γνωριστεί με διάφορους παράγοντες της Αθήνας που είχαν τα μέσα αλλά και τη θέληση να τον βοηθήσουν στο ξεκίνημά του. Η αρχή έγινε από διάφορα σπίτια εορταζόντων και είναι άξιο λόγου να αναφερθεί ότι ο Καραβίτης έπαιζε τη λύρα του σε όλους τελείως αφιλοκερδώς, χωρίς να δεχθεί ποτέ από κανένα αμοιβή.

Όμως με την τακτική του αυτή, δημιούργησε μια υποχρέωση σε όλους αυτούς, που συνδιασκέδαζαν μαζί του, να τιμήσουν δια παρουσίας τους το δημόσιο χορό που είχε προγραμματίσει να δώσει στο μέλλον για την μεγαλύτερη διάδοση της Κρητικής μουσικής στην Αθήνα. Και λίγα χρόνια αργότερα, το 1930 κατάφερε να του παραχωρηθεί η μεγάλη αίθουσα που στέγαζε τότε την ξακουστή μπύρα ΦΙΞ, για να δώσει εκεί τον πρώτο δημόσιο χορό, που στέφθηκε με πολύ μεγάλη επιτυχία και συγκέντρωσε την αφρόκρεμα της Κρητικής παροικίας της Αθήνας.

Αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο ξεκίνημα του Καραβίτη και στη συνέχεια οδήγησε στη διάδοση της Κρητικής μουσικής μέχρι τα πέρατα της οικουμένης.

Στη συνέχεια καθιερώνει ένα ετήσιο χορό στην Αθήνα που του δίδει την ονομασία «ο χορός της λύρας». Και είναι άξιο λόγου να αναφερθεί εδώ ότι στο χορό αυτό ήταν όλοι οι Κρήτες της Αθήνας μεταξύ των οποίων και εξέχοντα πρόσωπα της εποχής εκείνης, όπως ο Σοφοκλής Βενιζέλος, Νικόλαος Πλαστήρας, Στυλιανός Γονατάς, Αναστάσιος Χομπίτης και πολλοί άλλοι Κρήτες βουλευτές και φίλοι της Κρήτης.

Σύμφωνα πάντα με την επιθυμία του Καραβίτη, η Κρητική μουσική έπρεπε να περάσει και τα σύνορα της Ελλάδας, και ως πρώτο του ξεκίνημα διάλεξε την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου που εκείνα τα χρόνια ζούσαν εκεί πολλοί Έλληνες και ιδιαίτερα Κρητικοί, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Σοφοκλής Βενιζέλος που προσέφερε κάθε δυνατή βοήθεια στον Καραβίτη για την επιτυχία του σκοπού του, που ήταν η διάδοση της Κρητικής μουσικής και η ψυχαγωγία του Κρητικού στοιχείου της Αλεξάνδρειας. Και θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί εδώ το όνομα του αξέχαστου Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη) που συνόδευε τον Καραβίτη στη λύρα και το λαούτο του. Θα πρέπει επίσης να αναφερθούν τα ονόματα των κ. Βαβουράκη και Κουνουπά που αποτελούσαν τα βασικά στελέχη του Κρητικού χορευτικού συγκροτήματος που έλαβε μέρος στη μεγάλη αυτή εκδήλωση της Αλεξάνδρειας που άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις σε όλους που παρεβρέθηκαν και που ακόμη ο τύπος της Αλεξάνδρειας έγραψε τότε τα πλέον κολακευτικά σχόλια για την παραπάνω εκδήλωση που ήταν και η πρώτη στο είδος της, στο εξωτερικό.

Προς τούτο έρχεται σε επαφή με διάφορα μουσικά και χορευτικά συγκροτήματα της εποχής εκείνης, όπως του Σίμωνα Καρρά, της Κούλας Πράτσικα κλπ που παντού σημειώνουν πολλές επιτυχίες και χειροκροτούνται όχι μόνο από το Ελληνικό στοιχείο που ζει σ’αυτές τις χώρες, αλλά και από ξένους που βλέπουν και ακούνε για πρώτη φορά τέτοιους χορούς και μουσικά όργανα. Η συνεργασία αυτή του Καραβίτη και του Σίμωνα Καρρά ομολογουμένως τον ανεβάζει πολύ ψηλά, αφού μάλιστα συνεχίστηκε επί αρκετό χρονικό διάστημα με μεγάλες επιτυχίες. Επιπλέον μια φορά την εβδομάδα εμφανίζεται τότε στο ραδιοφωνικό σταθμό της Αθήνας, μεταδίδοντας Κρητικές μελωδίες, που τον συνοδεύουν οι δυο κόρες του Μαρία και Υακίνθη και που ακόμα σήμερα ακούγονται από το ραδιόφωνο. Δημιούργησε στη συνέχεια μια συνεργασία με τη Δώρα Στράτου, με αντικειμενικό σκοπό να επισκεφθεί και το δυτικό ημισφαίριο, αφού προηγουμένως είχε εξασφαλίσει την επιτυχία της αποστολής αυτής. Μέσω του προέδρου των Κρητικών σωματείων της Αμερικής, που με επίσημη πρόσκληση τον καλούσαν να τιμήσει με την παρουσία του, τις εορταστικές εκδηλώσεις του συλλόγου Κρητών Ν. Υόρκης, τις  ημέρες των Χριστουγέννων και Νέου Έτους. Χρειάστηκε προηγουμένως μια μεγάλη προετοιμασία σχετικά με τα εφόδια που θα χρειαζόταν για τη επιτυχία της αποστολής και ιδιαίτερα τα μέλη του χορευτικού συγκροτήματος με προμήθεια Κρητικών στολών. Και όταν τα πάντα ήταν έτοιμα ξεκίνησαν και τα δύο συγκροτήματα μαζί για τη Ν. Υόρκη. Η Δώρα Στράτου είχε αναλάβει τη γενική καλλιτεχνική διεύθυνση και ο Καραβίτης την γενική ευθύνη για την επιτυχία της αποστολής. Μια μεγάλη υποδοχή τους περίμενε στη Ν. Υόρκη, για να ακολουθήσει στη συνέχεια μια μεγαλειώδης επιτυχία των δύο χορευτικών συγκροτημάτων, σε πολλές πόλεις της Αμερικής και ακόμα στην Κούβα, που προσκλήθηκαν επίσημα από το σύλλογο των Ελλήνων της Κούβας.

Ο υπογράφων είδε και έζησε από κοντά τα παραπάνω αναφερόμενα και θεώρησε καθήκον του να τα αναφέρει αποκαθιστώντας την αλήθεια.

 

ΜΑΝΩΛΗΣ ΛΑΓΟΣ

Ο Μανώλης Λαγουδάκης (Λαγός) γεννήθηκε το 1910 στα Περβόλια. Ένα πανέμορφο προάστειο του Ρεθύμνου, που –όπως θα θυμούνται οι παλιότεροι- ήταν πλημμυρισμένο από λουλούδια, κήπους και περιβόλια, απ’ όπου τελικά πήρε και την ονομασία του.

Ο Μανώλης Λαγουδάκης που ήταν το τρίτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας, πρωτόπιασε λύρα στα χέρια του, μόλις τέλειωσε το Δημοτικό.

Μια από τις τέσσερις αδερφές του, που μένει σήμερα στο Ρέθυμνο μου είπε χαρακτηριστικά: «Ο Μανώλης, μαθητής ακόμη του Δημοτικού έψαχνε συνέχεια και έβρισκε σανίδια (ταβλιά), τα έκοβε και τα έφτιαχνε στο σχήμα της λύρας… για χορδές τοποθετούσε ίνες από Αθανάτους και μετά, άρχιζε και τις τριγούνιζε σαν τον καλό λυράρη».

Σε ηλικία 15 ετών, ο Μανώλης Λαγός, ήταν ένας αξιόλογος λυράρης. Στη συνέχεια, μαζί με τον συγγενή του Μανώλη Σταγάκη – κατασκευαστή μουσικών οργάνων και κυρίως λύρας- βελτίωσαν και τον ήχο και το σχήμα αυτού του παραδοσιακού κρητικού οργάνου.

Ήταν αυτοδίδακτος και έπαιζε μόνο από αγάπη και μεράκι για τη Λύρα και την Κρητική μουσική. Ποτέ δεν είδε την λύρα σαν επάγγελμα. Ήταν ερασιτέχνης παρόλο που –και τότε- τον θεωρούσαν ως έναν από τους μεγαλύτερους λυράρηδες και λαϊκούς στιχουργούς εκείνης της εποχής. Έπαιζε λύρα πάντα σε οικογενειακό περιβάλλον και σε φιλικά γλέντια, και το όνομά του, ήταν ξακουστό και πέρα από τα στενά όρια της Κρήτης.

Η ‘ερασιτεχνική’ ενασχόλησή του με τη λύρα τον οδήγησε να κάνει κατά καιρούς διάφορα άλλα επαγγέλματα. Έτσι βρίσκουμε τον Μανώλη Λαγό – μετά την κατοχή και μέχρι το 1954- να ασχολείται με την αλιεία, διατηρώντας ένα μικρό ‘στόλο’ από καϊκια και τράτες. Το 1955, ύστερα από επιμονή των φίλων του, πείθεται και ανοίγει στα Περβόλια μια οικογενειακή ταβέρνα που στη δεκαετία 1954-1964 άφησε εποχή. Εκεί, μαζεύονταν οι φίλοι του, από κάθε μεριά της Κρήτης που για χάρη τους έπαιζε τη λύρα του, σε ολονύκτια γλέντια, που –πολλές φορές- κρατούσαν (χωρίς διακοπή), δύο και τρεις μέρες!

Στη δισκογραφία, ο Μανώλης Λαγός, εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1938, με τελευταία ηχογράφησή του γύρω στα 1955.

Το δισκογραφημένο του έργο, δεν είναι μεγάλο σε μέγεθος, αλλά είναι τεράστιο σε ποιότητα και λάμψη. Στα χρόνια ανάμεσα στο 1938 και το 1955 ηχογράφησε συνολικά γύρω στα 20 τραγούδια. Σε συνεργασία πάντα με το λαούτο και την ρωμαλέα φωνή του Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη) με τον οποίο – όπως διηγούνται οι φίλοι του- τον συνέδεε μια βαθιά φιλία αλλά ταυτόχρονα  - ταίριαζαν και σαν χαρακτήρες και σαν παίξιμο. Λένε ότι ερχόταν στιγμές που καθόταν οι δυο τους κι έπαιζαν μόνοι τους ώρες ολόκληρες… Έτσι, από κέφι και μεράκι!... Ίσως αυτό το πάντρεμα είναι ο κυριότερος λόγος που τα τραγούδια του Μανώλη Λαγουδάκη που γράφτηκαν με την συνεργασία του Μπαξεβάνη έμειναν ανεπανάληπτα και κλασσικά στην ιστορία της Κρητικής μουσικής παράδοσης και ξεχωρίζουν για την άψογη μερακλίδικη εκτέλεσή τους και την ομορφιά των στίχων τους. Αξίζει να σημειωθεί η σπουδαία εκτέλεση του τραγουδιού (Τη μάνα μου την αγαπώ) από την εξαίρετη και ανεπανάληπτη φωνή της Λαυρεντίας, που ήταν και η πρώτη Κρητικιά που τραγούδησε σε δίσκους.

Μετά το 1964, ο Μανώλης Λαγουδάκης εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Αθήνα και άνοιξε ζαχαροπλαστείο στο Φάληρο. Ήταν παντρεμένος με την Άννα Σταγάκη (την έκλεψε) που για χάρη της έγραψε (σε νεαρή ηλικία) το περίφημο τραγούδι:

«Τη μάνα μου την αγαπώ γιατί πονεί για’ μένα

Μα όχι αγάπη μου γλυκιά ως αγαπώ εσένα».

Με την Άννα Σταγάκη ο Μανώλης Λαγός απέκτησε τέσσερις κόρες που έχουν αποκατασταθεί και μένουν στην Αθήνα. Μια από τις κόρες του (η Τρίτη στη σειρά) η Φιλίππα, σε συνάντηση που είχα πρόσφατα μαζί της μου εξομολογήθηκε με πολύ συγκίνηση: Ο πατέρας  μου ήταν –πάνω απ’όλα- άνθρωπος αξιοπρεπής, αισθηματίας και άρχοντας. Τον λατρεύαμε όλες μας. Ήταν τόσο καλός πατέρας και οικογενειάρχης, που αναρωτιόμασταν πολλές φορές αν υπήρχε δεύτερος…! Όμως πιο πολύ από όλα αγαπούσε με πάθος τη λύρα του… Σ’αυτήν αφιέρωνε κάθε ελεύθερο χρόνο του. Μαζί της ήταν –κυριολεκτικά- ευτυχισμένος, χωρίς όμως να παραμελεί εμάς, την οικογένειά του. Ο θάνατός του μας συγκλόνισε. Τη μητέρα μου τη συνέτριψε κυριολεκτικά… Να σκεφτείτε, ότι μόλις ένα μήνα μετά το φευγιό του, δεν άντεξε και πέθανε κι εκείνη…. Τόσο πολύ της στοίχησε…. Έτσι μέσα σε ένα μήνα τους χάσαμε και τους δυο.

Ο Μανώλης Λαγουδάκης (που όλοι όσοι τον γνώρισαν τον έλεγαν ΛΑΓΟ) πέθανε το Σεπτέμβρη του 1981, στην Αθήνα.

Σ.Α.

 

Ανταποκρίθηκα ευχαρίστως στην παράκληση του φίλου Στέλιου Αεράκη να προλογίσω το ιστορικό άλμπουμ του Περβολιανού λυράρη Μανώλη Λαγού που ετοιμάζει το ΚΡΗΤΙΚΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ.

Ομολογώ ότι αισθάνθηκα λιγάκι άβολα, στην καταγραφή μιας άλλης εποχής στην οποία ζούσαν άλλης νοοτροπίας άνθρωποι στα πλαίσια διαφορετικών συντεταγμένων από εκείνες που ζούμε σήμερα. Πολύ περισσότερο όταν στην εποχή εκείνη τους ανθρώπους της, ελάχιστα τους ακούμπησα επειδή μας χώριζαν σχεδόν δύο δεκαετίες. Γι’ αυτό και θα ζητήσω από τους αναγνώστες μου, να δείξουν επιείκεια και να δικαιολογήσουν τις όποιες αδυναμίες παρουσιάσει η αναφορά μου αυτή στο λαϊκό καλλιτέχνη Μανώλη Λαγό και στην εποχή του.

Δεν ξέρω αν έχει δόση υπερβολής η πεποίθησή μου ότι ο αιώνας που εκπνέει σε λίγο, είναι ο χρυσούς αιώνας της Κρητικής λύρας που τον σμίλευσαν με τα δοξάρια τους, ανεπανάληπτοι καλλιτέχνες –οι περισσότεροι Ρεθυμνιώτες- ανάμεσα στους οποίους εξέχουσα θέση έχει ο λυράρης των Περβολιών. Εκείνο που έχω να καταθέσω σαν προσωπική μου μαρτυρία είναι ότι στα παιδικά  μου χρόνια, ονόματα όπως του Αντώνη Καρεκλά, του Μανόλη Λαγού, του Ανδρέα Ροδινού, του Γιάννη Μπαξεβάνη και μερικών νεότερών τους, έπαιρναν στην φαντασία μας μυθικές διαστάσεις, όμοιες με εκείνες των ηρώων της Ελληνικής Μυθολογίας.

Λίγο αργότερα που άρχισα να γνωρίζομαι καλύτερα με την κρητική λύρα, την ψυχή που κρύβει μέσα της, και τους ιεροφάντες της, δημιουργήθηκε στην συνείδησή μου η πεποίθηση ότι οι λυράρηδες είναι κάτι ανάλογο με τους παπάδες, στην εκκλησία και η μόνη διαφορά είναι ότι ψάλλουν σε διαφορετικούς ήχους και εκτελούν άλλου είδους μυσταγωγία.

Ένας από τους συνεπέστερους εκφραστές αυτής της γνήσιας, της ανόθευτης Κρητικής μουσικής ήταν ο Μανώλης Λαγός, ο οποίος είχε τη μαγική ικανότητα – το θείο χάρισμα είπαν άλλοι- να ξεγυμνώνει με το δοξάρι της λύρας του τον άνθρωπο, τις αρετές και τα πάθη του.

Ο Μανώλης Λαγός γεννήθηκε το 1910 στα Περβόλια του Ρεθύμνου και το πάθος του για την κρητική λύρα, το συναντάμε στα πρώτα παιδικά του χρόνια. Λένε οι συνομήλικοί του που ζουν ακόμη, ότι μαθητής του Δημοτικού σχολείου είχε καταφέρει να βρει μια μικρή λύρα στην οποία έπαιζε όποιους σκοπούς άκουγε. Ο πατέρας του βέβαια δεν έβλεπε με καλό μάτι τη μουσική ευαισθησία του γιού του, και έκανε ότι μπορούσε να την αποθεραπεύσει πριν του γίνει επικίνδυνο πάθος. Φοβόταν ο άνθρωπος ότι θα πεθάνει στην ψάθα. Δεν τα κατάφερε όμως.

Μια μέρα μάλιστα – αφηγούνται οι συμμαθητές του στο Δημοτικό – που έλειπε από τα περβόλια ο πατέρας του, τους μάζεψε σε κάποια γωνία περβολιανής αλάνας και τους έπαιξε το Θούριο του Ελευθερίου Βενιζέλου, «Βενιζέλε  μας πατέρα της Ελλάδας…» το οποίο ήταν απαγορευμένο γιατί βρισκόμασταν προφανώς λίγο μετά το 1920.

Αν αξιολογηθούν τα παραπάνω, όπως και η μετέπειτα πορεία του Μανώλη Λαγού δεν αποτελεί υπερβολή να καταγράψω ότι ο εξαίρετος λαϊκός καλλιτέχνης ερωτεύτηκε από τα παιδικά του χρόνια τη λύρα με ένα παθολογικό έρωτα από τον οποίο δεν λυτρώθηκε ως το τέλος της ζωής του. Αυτός ο έρωτας ήταν η αφορμή που δεν προχώρησε στα γράμματα ούτε έμαθε ποτέ καμία τέχνη.

Ακόμη και η επιλογή του να καταταγεί στη Χωροφυλακή –την οποία υπηρέτησε για λίγα χρόνια- έγινε ακριβώς επειδή θα είχε ελεύθερο χρόνο να παίζει λύρα.

Στο τέλος της Γερμανοκατοχής (1944) ανοίγει στα Περβόλια ταβέρνα, η οποία όμως δεν φτούρησε ποτέ επαγγελματικά γιατί είχε πάντοτε το νου του στη λύρα. Ήξερε ότι οι φίλοι του και πελάτες του πήγαιναν για να ακούσουν τις δοξαριές του και αυτό του χάριζε ιδιαίτερη ικανοποίηση. Έπιανε λοιπόν το λυράκι του και του έδινε να καταλάβει χωρίς ποτέ να τον ενδιαφέρει αν το όμορφο αυτό πάθος του, το πλήρωνε την επόμενη με άδειο συρτάρι που είχε στο ‘τεζάκι’ του. Και μην σκεφτείτε ποτέ ότι μπορεί να μην είσπραττε το μαγαζί αλλά στοιβαζόταν τα χαρτονομίσματα στα γόνατα και τα πόδια του. Τα χρήματα τον πρόσβαλαν. Ένιωθε να τραυματίζουν το καλλιτεχνικό του μεράκι και την προσωπική του αξιοπρέπεια.

Οι Περβολιανοί –και όσοι γνώριζαν τον Μανώλη Λαγό λένε ότι όποιος άλλος στη θέση του, θα είχε θησαυρίσει από τον κόσμο που πήγαινε στην ταβέρνα του για να τον ακούσει.

Εκείνος όμως ξεκίνησε φτωχός την καθυστερημένη επαγγελματική του σταδιοδρομία και τα κατάφερε να τερματίσει το ίδιο φτωχός αλλά με αξιοπρέπεια και αρχοντιά.

Αχώριστη παρέα του ο λαγουτιέρης Γιάννης Μπαξεβάνης, με τον οποίο συντρόφευσαν καλλιτενχικά για πολλά χρόνια. Μια συνεργασία που έδωσε τέσσερις ανεπανάληπτους δίσκους και πολλές αξέχαστες μελωδίες, ανάμεσα στις οποίες η πιο χαρακτηριστική είναι εκείνη που είναι αφιερωμένη στον συνοικισμό του:

«Περβόλια μου με τ’ άνθη σου, με τις γαρεφαλιές σου και με το περιγιάλι σου και με τις κοπελιές σου».

Οι παλιοί Περβολιανοί θυμούνται συχνά το χωριανό τους καλλιτέχνη, να κλείνεται πολλά βράδια με τον Μπαξεβάνη στην ταβέρνα του και να παίζουν μόνο για τους εαυτούς τους, για να θρέψουν τους καλλιτεχνικούς δαίμονες – έτσι έλεγαν – που φώλιαζαν μέσα τους.

Ο Μανώλης Λαγός έβαζε ακόμα ένα χτένι στις χορδές της λύρας του γιατί πίστευε ότι μ’αυτό χαμηλώνουν οι τόνοι και γίνονται γλυκύτεροι.

Όσοι έτυχε ν’ ακούσουν τους δύο καλλιτέχνες σε αυτές τις προσωπικές τους ώρες, λένε ότι άκουγαν αγγελικές μελωδίες.

Θα καταθέσω ακόμη δύο περιστατικά από τη ζωή του Περβολιανού λυράρη που μιλούν από μόνα τους για την προσωπικότητά του. Κάποτε έσμιξαν πέντε μερακλήδες του Ρεθύμνου: ο Γ. Ψυρρής, ο Σταμάτης Παπαδάκης, ο Σταγουρογιάννης, ο Γιάννης Μπερνιδάκης και ο Μανώλης Λαγός και πήγαν στην Αίγυπτο που τους είχε προσκαλέσει ο Πολιτιστικός Σύλλογος ομογενών.

Στην Αίγυπτο, έμειναν μερικές ημέρες και κυριολεκτικά ξεσήκωσαν τους ομογενείς με τη λύρα, το χορό και τα τραγούδια τους. Μετά από αυτές τις πετυχημένες εμφανίσεις, έπεσαν βροχή οι προτάσεις του κέντρου ψυχαγωγίας για να εμφανιστούν με πολύ ακριβό κασέ. Ούτε που το συζήτησαν. Επέστρεψαν από την Αίγυπτο με μόνη αντιπαροχή κάποιες φωτογραφίες με τους ομογενείς και τη γνωριμία μιας άλλης χώρας.

Την ευκαιρία να γυρίσουν με πολλά λεφτά την περιφρόνησαν.

Κάτι ανάλογο συνέβη με την πρόταση που έστειλε πλούσιος ομογενής από την Αμερική στον Μανώλη Λαγό. Τη συνόδευε με ένα πολύ ενδιαφέρον συμβόλαιο που μεταφραζόταν με πολυψήφιο αριθμό δολαρίων. Η απάντησή του ήταν όχι. Δεν παίζω για τα λεφτά.

Αυτός ήταν ο Μανώλης Λαγός, ο λυράρης, ο μερακλής, ο άνθρωπος που ερωτεύτηκε ένα και μόνο πράγμα στη ζωή του, τη λύρα του. Και με αυτή γέμισε τη ζωή του.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗΣ

Εκδότης – Δημοσιογράφος

 

ΣΤΕΛΙΟΣ ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΑΚΗΣ “ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΗΣ”

Γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου του 1911, ημέρα Κυριακή, ώρα τρεις το απόγευμα, όπως του άρεσε να διευκρινίζει.

Ρεθεμνιώτης γέννημα- - θρέμμα. Στέλιος Φουσταλιεράκης του Στυλιανού και της Κυριακούλας. Του δώσανε, βλέπεις το όνομα του πατέρα του που σκοτώθηκε σε ατύχημα όταν η μάνα του ήταν πέντε μηνών έγκυος. Δεκαεννιά χρονών ήταν, σαν χάθηκε, κι η μάνα του δεκάξι, έξι μηνών νιόνυφη. Έτσι ο Στέλιος μπήκε στην περιπέτεια της ζωής πριν ακόμη γεννηθεί!

Πηγαίνοντας στο νυχτερινό σχολείο, ως την Τρίτη δημοτικού, στα 11 χρόνια του αρχίζει να μυείται στην τέχνη του ρολογά – το δεύτερο μεγάλο πάθος του, μετά το μπουλγαρί. Δυο χρόνια αργότερα, παραμονή πρωτοχρονιάς, ο μικρός Στέλιος παίρνει την πρώτη του πληρωμή, ένα ολόκληρο κατοστάρικο. Και ξέρει ήδη από τα πριν που θα το διαθέσει!

Με τη μεσολάβηση του πατριού του και 75 δραχμές, αποκτά το πρώτο του μπουλγαρί, ένα μπουλγαράκι μικρό-μικρό που’ χε ξεμείνει από κάποιον πελάτη σε μια ταβέρνα και του’ κανε κόρτε απ’ έξω. Το μπουλγαρί ασκούσε μια ιδιαίτερη γοητεία πάνω του. Και δεν ήταν μόνο επειδή ο αδελφός της μητέρας του – ο Γιώργος Κανελλάκης έπαιζε το όργανο.

«Την εποχή αυτή το Ρέθυμνο ήταν γεμάτο από μπουλγαριά. Κάθε ταβέρνα είχε κι από ένα. Εκεί πήρα τα πρώτα μου ακούσματα. Έβλεπα τους άλλους που παίζανε και – στο λόγο της αντρικής μου τιμής – έκλαιγα!...»

Τότε “ βοηθοί” (όργανα συνοδείας) της λύρας ήταν κυρίως το μπουλγαρί και το μαντολίνο. Το λαούτο ο Φουσταλιέρης το θυμάται στην εποχή του Ρεθύμνου μετά το 1930, με το Σταύρο Ψυλλάκη – Ψύλλο από την Επισκοπή. Έτσι ο Αντώνης Καρεκλάς ονομαστός ήδη λυράρης της εποχής του, είχε για συνοδούς στο μπουλγαρί το Γιώργη Αγιούτη ή τον Βλαδίμηρο. Σ’ αυτούς ήρθε να προστεθεί, αρχάριος ακόμη, ο Φουσταλιέρης που ήταν ανιψιός του ( ο Καρεκλάς είχε παντρευτεί την αδελφή της μητέρας του).

«Όσο μεγάλωνα τόσο έμπαινα στον νταλκά του οργάνου», θυμάται. Δύο χρόνια αργότερα, έχοντας μάθει πολλά κοντά στον Καρεκλά, αρχίζει να πηγαίνει μαζί του σε γάμους και σε γλέντια και να τον συνοδεύει ως «πασαδόρος».

«Στα χωριά ζητούσαν τότε χωραϊτικα όργανα, από το Ρέθυμνο δηλαδή. Όμως οι γάμοι ήταν σκληροί, ζόρικοι,. Με τα δάχτυλα μετρούσα το πότε είχα κοιμηθεί στο σπίτι μου. Το γαμήλιο γλέντι κρατούσε 5-6 νύχτες. Στα Σφακιά έφτανε και τις 15! Εγώ ήμουνα χλωμός από τα ξενύχτια, τα δάχτυλά μου πρήζοντας και τα νύχια μου σκιζόταν.

Έπαιζα και με έπαιρνε ο ύπνος πάνω στο όργανο. Ο Καρεκλάς τότε –που είχε τη μεγαλύτερη αντοχή από όλους μας- μου ‘παιζε μια με το πόδι του, ξυπνούσα και συνέχιζα… κι από λεφτά λίγα πράγματα. Ο κόσμος τότε ήταν φτωχός. Με τη βία βγάζαμε σε κάθε γάμο από τρία ως οχτώ κατοστάρικα, όλοι μαζί. Ήταν σαν χαρτζιλίκι. Πού τα λεφτά που παίρνουν οι σημερινοί! Και μετά περιμέναμε κανένα κάρο για να μας γυρίσει στο Ρέθυμνο!».

Έτσι, με τα πρώτα ακούσματα από τις ταβέρνες του Ρεθύμνου και τη συνεργασία του με τον Καρεκλά ο Φουσταλιέρης αρχίζει σιγά-σιγά να παίζει απ’ όλα: συρτό, πεντοζάλια, πηδηχτά καστρινά, ταξίμια καθιστικά, ‘αχόρευτα’ της ταβέρνας, της παρέας’ ακόμη και ρεμπέτικα.

Αν και κρατούσε πάντα την τέχνη του ρολογά και δεν υπήρξε ποτέ επαγγελματίας οργανοπαίχτης, ο δεξιοτεχνίτης που είχε ξυπνήσει μέσα του δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί ‘κρατώντας μόνο το μπάσο του λυρατζή». Ο Καρεκλάς που εκτιμούσε το ταλέντο του το καταλάβαινε αυτό και συχνά «αλάφρωνε το δοξάρι κι άνοιγε το δρόμο για να περνάω εγώ μπροστά». Σιγά-σιγά πήρα δρόμο, πετάχτηκα, έφυγα, απομακρύνθηκα από τη λύρα κι έκανα δικιά μου κυβέρνηση, δικό μου συγκρότημα!»

Ο Φουσταλιέρης δημιουργεί λοιπόν τη δική του ‘σχολή’ στο χώρο της Κρητικής μουσικής, αναδεικνύοντας το μπουλγαρί σε όργανο μελωδικό και σολιστικό, με αποκορύφωμα την είσοδο και καθιέρωσή του στο χώρο της δισκογραφίας των 78 στροφών.

Εκτός από τον Καρεκλά, συνεργάστηκε και με άλλους λυράρηδες, τον Σοφοκλή Παπατζανή, τον Γιώργη Πατεράκη (από τον Πρινέ), και τον Γιάννη Γελούντα. Στη δισκογραφία χρησιμοποίησε επίσης τον Κώστα Καρύπη, στο Στέλιο Χρυσίνη, και τον Βαγγέλη Φραγκιαδάκη (που κρατούσαν το μπάσο με την κιθάρα) και τον Ντάβο με τη μαντόλα για σεκόντο.

Παράλληλα, στις Ρεθεμνιώτικες συντροφιές έπαιζε συχνά με μικρασιάτες μουσικούς που είχαν έρθει εδώ μετά την καταστροφή. Αναφέρεται λοιπόν μια κομπανία που την αποτελούσαν ο Καρεκλάς (λύρα), ο Φουσταλιέρης (μπουλγαρί), ο Γιάννης ο Αρμένης (ούτι) κι ο Μιχαλάκης Αραμπατζόγλου (σαντούρι). Δυστυχώς δεν διασώθηκαν ηχογραφήσεις τους.

Από τους τραγουδιστές η πιο γόνιμη συνεργασία του υπήρξε με τον Ρεθυμνιώτη Γιάννη Μπερνιδάκη (1910-1972), τον «Μπαξεβάνη», όπως έμεινε γνωστός εξαιτίας του τραγουδιού του που το παρομοίασαν με περιβόλι. Σχεδόν συνομίληκος με το Φουσταλιέρη, ο Μπαξεβάνης τραγούδησε στη δισκογραφία τα περισσότερα από τα τραγούδια που διεκδικεί την πατρότητά τους ο Φουσταλιέρης και που έγιναν επιτυχίες: «Όσο βαρούν τα σίδερα» και το «Μερακλίδικο πουλί» (1937), «Τα βάσανά μου χαίρομαι» (1938), «Πονεμένη καρδιά» (1940) κ.α. Με τον Φουσταλιέρη συνεργάστηκε επίσης και η αδελφή του Μπαξεβάνη, η Λαυρεντία Μπερνιδάκη, η πρώτη γυναίκα που τραγούδησε στη δισκογραφία της Κρητικής μουσικής (Συρτός πρώτος και Κοντυλιές Μυλοποταμίτικες), με φωνητικά προσόντα εφάμιλλα του αδελφού της.

Επίσης, συνόδεψε με το μπουλγαρί του σε δικές του συνθέσεις το Γιώργο Τζιμάκη («Σαν δεις αγάπης δάκρυα», «Στ’ αραχνιασμένο μνήμα μου» - μετά τον πόλεμο) καθώς και τον Θεοχάρη Ζωγράφο (Κρητικοπούλα) ενώ σε ορισμένες ηχογραφήσεις δεύτερη φωνή στον Μπαξεβάνη έκανε ο Στελλάκης Περπινιάδης.

Στα στούντιο της Ριζούπολης, με ηχολήπτη τον Αρεταίο και υπεύθυνο για το ρεπερτόριο τον Παναγιώτη Τούντα, ο Φουσταλιέρης ‘χτύπησε’ συνολικά είκοσι τέσσερις δίσκους.

Πρωτόγονες οι συνθήκες της ηχογράφησης (σε ισπανικό κερί) αλλά και επικίνδυνοι οι καιροί με τη λογοκρισία της Μεταξικής δικτατορίας, που απειλούσε στίχους και μουσική με την κόκκινη σφραγίδα του «Υφυπουργείου Τύπου και Τουρισμού»).

Ιδιαίτερα σημαντικό για την διαμόρφωση της μουσικής προσωπικότητας του Φουσταλιέρη υπήρξε το διάστημα της παραμονής του στον Πειραιά (1933-1937). Εδώ η παραδοσιακή Κρητική μουσική συναντά το ρεύμα του ρεμπέτικου, καθώς ο Στέλιος συναντιέται με όλα τα μεγάλα ονόματα: Γιώργος Μπάτης, Μάρκος Βαμβακάρης, Γιάννης Παπαϊωάννου, Στράτος Παγιουμτζής, Κερομύτης, Μπαγιαντέρας.

Παλιός γνώριμος με τον Μπάτη (από τον καιρό που αυτός είχε πάει στο Ρέθυμνο, ως βοηθός πλανόδιου οδοντιάτρου!), συχνάζει στην ‘παράγκα’ του στην πλατεία Καραϊσκάκη.

Εδώ ήταν κρεμασμένα στη σειρά τα μπουζούκια, έχοντας το καθένα τ’ όνομά του: Η Μαριγούλα, η Κούλα, η γυφτοπούλα, η τσιγγάνα, ο γέρο-μάγκας (ο τζουράς) κλπ. Ανάμεσα σ’ αυτά και το μπουλγαρί που παίζει το «Στελλάκι από την Κρήτη» κι ενθουσιάζει τους ρεμπέτες με τη ‘διπλοπενιά’ και την ‘τριπλοπενιά’ του.

Από το 1937 έως το 1922 που πέθανε, ο Στέλιος Φουσταλιέρης ζούσε στο Ρέθυμνο συνδυάζοντας πάντοτε τις δυο μεγάλες αγάπες του: την τέχνη του ρολογά και το μπουλγαρί. «Γιατί και οι δύο αυτές τέχνες έχουν μεγάλη σχέση μεταξύ  τους, είναι λεπτή δουλειά. Όπως παλιά κάναμε τα εξαρτήματα των ρολογιών στο χέρι και τα δουλεύαμε με το φακό, έτσι και στη μουσική χρειάζεται σημασία στη λεπτομέρεια, στην πενιά. Χρειάζεται αξιοπρέπεια. Κι εγώ έχω μιαν αξιοπρέπεια τόσο πίσω από τον πάγκο όσο και όταν παίζω όργανο». Ο Φουσταλιέρης με την ίδια αξιοπρέπεια και το ίδιο αμείωτο μεράκι παρέμεινε ως τα θάνατό του, όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και σ’ολόκληρη την Ελλάδα, ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της παράδοσης του Ελληνικού ταμπουρά.

Γιατί, δυστυχώς, στις μέρες μας, η μακραίωνη αυτή παράδοση κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Το λαγούτο και το μπουζούκι εκτόπισαν το μπουλγαρί, όπως και τα ηλεκτρονικά ρολόγια τους παλαιότερους τύπους ρολογιών.  Η ζωή συνεχίζεται σε μια Ελλάδα, όπου ολοένα αυξάνονται οι δυτικές  και αστικές επιδράσεις, σπρώχνοντας στο περιθώριο πολλά στοιχεία της παλαιάς παράδοσης. Όμως τουλάχιστον στ’ αυλάκια των παλιών αυτών δίσκων, έχουν διασωθεί τα δείγματα της τέχνης του Φουσταλιέρη. Μιας τέχνης που γεφυρώνει την δημοτική με την αστική μουσική της Κρήτης κι ενώνει –μ’ένα νοητό τρίγωνο- την Κρητική με την μικρασιατική και τη ρεμπετική.

Μιας τέχνης που αν και είναι προσωπική (αποτέλεσμα του ταλέντου και της προσωπικότητας ενός επώνυμου δημιουργού) εντάσσεται και λειτουργεί αποτελεσματικά μέσα στο σύνολο, επειδή ακριβώς πατάει γερά στην κοινή μουσική κληρονομιά και τα κοινά βιώματα του Κρητικού λαού.

Γι’αυτό και η μουσική του Φουσταλιέρη αποτελεί ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της Κρητικής μουσικής.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΙΑΒΑΣ

Εθνομουσικολόγος-Επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ ή ΔΕΡΜΙΤΖΟΓΙΑΝΝΗΣ

Πολυσύνθετος καλλιτέχνης της Κρητικής μουσικής παράδοσης ο Γιάννης Δερμιτζάκης από τη Σητεία – Γεννήθηκε στη Μαρωνιά Σητείας το 1907 – μεσουράνησε επί δεκαετίες στο καλλιτεχνικό στερέωμα της Κρήτης σαν ένας γνήσιος εκφραστής της. Πολυσύνθετος, δημιουργικός, παραγωγικότατος ποιητάρης δόκιμος, βιολάτορας, λυράρης δεξιοτέχνης, γλυκόλαλος, εκφραστικός τραγουδιστής. Χιλιάδες οι Κρητικότατες μαντινάδες του, τραγουδισμένες σε ‘ισάριθμα’ θα λέγαμε γλέντια και καλλιτεχνικές εμφανίσεις του Γιάννης Δερμιτζάκη ή καλύτερα Δερμιτζογιάννη, όπως ήταν πιο γνωστός.

Έμετρη παρουσία και έκφραση των πόθων, των καημών, της ψυχικής ορμής των Κρητικών μα και της πολύχρονης ιστορίας της Κρήτης και των ηθών και εθίμων της. Η σάτιρα και τα ευτράπελα έμμετρα σχόλια των συνηθειών και των καταστάσεων του μεταπολεμικού κόσμου, είναι ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής του παραγωγής που τυπώθηκε και σε βιβλία μα πέρασε και στους δεκάδες δίσκους του Δερμιτζογιάννη- πρώτη ηχογράφηση δίσκου το 1953 – που περιέχουν τις μουσικές διαδρομές του απ’ άκρου σ’ άκρο της Κρήτης, τις δικές του δημιουργίες, τις δοξαριές και τα τραγούδια του.

Αποτιμώντας το έργο του Δερμιτζογιάννη ο μελετητής και γλωσσολόγος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Βαγγέλης Σκουβαράς, γράφει στο πρόλογο του βιβλίου «Κρητικές μαντινάδες» του Γιάννη Δερμιτζάκη.

«Χαρισματούχος ποιητάρης είναι ο Στειακός Γιάννης Δερμιτζάκης. Συγκαιρινός κρίκος μιας παλαίγονης λαϊκής ποιητικής παράδοσης, που πλανιέται ζωντανή και σπιθίζει ολοσύνεχα πάνω στις τραχειές Μαδάρες και ένα γύρο στα γλαυκά περιγιάλια της Κρήτης. Στερνοπαίδι άξιο μιας σειράς ανώνυμων και επώνυμων σμιλευτών της μαντινάδας, που βαστά ανάλαφρα στους ώμους του την ευθύνη για τη συντήρηση της στιχερής, λαϊκής ευαισθησίας. Αγαπητός στην Κρήτη, γνωστός και στην άλλη Ελλάδα. Συνεπαίρνει με το τραγόυδι του τα φρένα των Κρητικών του νησιού και της διασποράς, συμβάλλει επάξια στην παρουσία της γενέτειράς του μέσα στον πλατύ χώρο του Ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.

Με τον Δερμιτζάκη, που χρησιμοποιεί πλατιά τα σύγχρονα μέσα-δίσκους, ραδιόφωνο, τυπογραφείο – το ιδιότυπο Κρητικό τραγούδι γίνεται προσιτό στην σπουδή και στην εντρύφηση, στη μελέτη του ερευνητή, στη χαρά του γλεντοκόπου. Στον πρώτο δίνει τη γνώση, στον δεύτερο την ευκαιρία μιας πηγαίας και πληθωρικής ξεφάντωσης».

Ο Δερμιτζογιάννης ήταν ένας έξοχος ερμηνευτής, εκτελεστής και εκφραστής της Κρητικής μουσικής παράδοσης. Ο καλλιτέχνης που προσεγγίζει με άνεση, αυθόρμητα, γοητευτικά το κοινό. Στάθηκε κοσμαγάπητος μουσικός που ήξερε να διασκεδάζει  το κοινό του, να γοητεύει μικρούς και μεγάλους, Έλληνες και ξένους καλότυχους ακροατές του μέσα κι έξω από την Ελλάδα. Το 1967 ο Δερμιτζογιάννης βρισκόταν στα Δωδεκάνησα, όπου πραγματοποιούσε καλλιτεχνικές εμφανίσεις σε μικρά και μεγάλα νησιά, στις πόλεις και στα χωριά τους. Ένα βράδυ, προσκεκλημένος του Καλλιτεχνικού Οργανισμού του Δήμου Ρόδου εμφανίσθηκε στο Εθνικό Θέατρο της πόλης των Ιπποτών, της πανέμορφης Ρόδου. Η τοπική εφημερίδα Πρόοδος έγραφε την επομένη: «Τα φώτα της πλατείας σβήσανε, τραβήχτηκε η αυλαία κι άρχισαν ασυγκράτητα χειροκροτήματα. Ο Γιάννης Δερμιτζάκης με την κρητικιά, γαλάζια φορεσιά του, βρισκότανε στη σκηνή έχοντας για φόντο ένα παλιό Ροδίτικο σπίτι, με νυφιάτικο στόλισμα, με τα τραπέζια στρωμένα για το γαμήλιο γλέντι. Έτσι η Ρόδος και η Κρήτη σμίξανε κι ο Γιάννης Δερμιτζάκης ή Δερμιτζογιάννης χαιρετώντας ενθουσιασμένος με την λεβέντικη κορμοστασιά του το κοινό που συνέχιζε τα χειροκροτήματα, άρχισε το πρόγραμμά του. Αμέσως απ’ την αρχή κατέκτησε το κοινό με την απαγγελία του. Η φωνή του γερή και σταθερή ακουγότανε ως τις τελευταίες σειρές της γαλαρίας. Η ρίμα του για την Κρήτη, για την πατρίδα της λεβεντιάς και της παλληκαριάς, ενθουσίασε από τις πρώτες στροφές και το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα μόλις ο Δερμιτζογιάννης έπιασε τη λύρα του και στρογγυλοκάθησε για να αρχίσει να παίζει.

Ξανακούρδισε τη λύρα με το σαντούρι που θα τον συνόδευε και που το παρακολουθούσε άψογα σε όλες τις στροφές και τους ρυθμούς. Από τις πρώτες δοξαριές κι από το κούνημα μόνο του καρπού του χεριού του, φάνηκε η μαστοριά του.

Μάστορας στη ρίμα μα και πρωτομάστορας στη λύρα. Το δοξάρι κουνιόταν χαριτωμένα και οι ήχοι ακούγονταν γλυκά σε όλες τις χορδές και οι Κρητικές μαντινάδες διαδεχόταν η μια την άλλη. Ατάραχος, συγκεντρωμένος στην εκτέλεση της δημιουργίας του άφηνε το πληθωρικό ταλέντο του να ξεχύνεται από όλο του το είναι.

Πνεύμα, ψυχή, τέχνη, ενώνονταν για να βοηθήσουν τον αρχιτεχνίτη αυτό της μαντινάδας, να ικανοποιήσει όλους που με τόσο ενδιαφέρον τον παρακολουθούσαν.

Αφού τελείωσε για την Κρήτη, άρχισε τις περιγραφές του για τις ατέλειωτες ομορφιές της Ρόδου. Και υποσχέθηκε στο επόμενο βιβλίο του, ν’αφήσει την πένα του να γράψει ασυγκράτητα, αμέτρητες στροφές για τα φημισμένα κάλλη της και τις καταγάλανες ακρογιαλιές της. Καθώς και για όλα τα νησιά μας που επισκέφθηκε και θα επισκεφθεί.

«Αφήνει τη λύρα και πιάνει το βιολί. Τα δάχτυλα τρέχουν πάνω στις χορδές και τα τσακίσματα ακούγονται χαριτωμένα. Το δοξάρι μαλακό και ρυθμικό πηγαινοέρχεται χαρίζοντας ήχους που γεμίζουν την ατμόσφαιρα από ανόθευτες νησιώτικες μελωδίες. Έχουν, μα την αλήθεια, τα νησιά μας, πολλούς θησαυρούς μόνο που πρέπει να ξέρουμε να τους διατηρούμε ανόθευτους. Το αυθεντικό, το γνήσιο, επιβάλλεται ακόμη και σ’εκείνους που για πρώτη φορά το βλέπουν και το ακούν. Αντίθετα, το νόθευμα και οι σαχλανάλατες μελωδίες, που νομίζουν ότι έχουν δικαίωμα να παρεμβάλλουν στη λαϊκή νησιώτικη μούσα, έχουν για αποτέλεσμα να προκαλούν, όχι μόνο την αγανάχτηση των ίδιων των νησιωτών μας, αλλά και στους ξένους εντυπώσεις και σχόλια κάθε άλλο από κολακευτικά είναι. Πώς λοιπόν να μην ενθουσιάσεις το κοινό., Δερμιτζογιάννη, γνήσιε ερμηνευτή της Κρητικής μαντινάδας και με  ‘τσι κοντυλιές’ σου να κάμεις να δονούν οι χορδές στις ψυχές των συμπατριωτών σου και να προκαλείς τον ενθουσιασμό σε όλους που σε παρακολουθούν:

Γράψε ακούραστο βλαστάρι της Σητείας, παίξε, τραγούδα και σκόρπιζε με τους στίχους και με τους δίσκους σου τη χαρά που απαλαίνει την ψυχή, μα που και τη βοηθά να διατηρεί ασάλευτη και ακλόνητα όλα τα ιδανικά της».

Η χαρά, η τέχνη, η καλλιτεχνική έκφραση του ποιητάρη, λυράρη, βιολάτορα, κιθαρίστα, συνθέτη, και τραγουδιστή Γιάννη Δερμιτζάκη από τη Σητεία Λασιθίου Κρήτης είχε περάσει τα σύνορα της Ελλάδας. Είχε κερδίσει και αλλού καρδιές πολλές αυτός ο πρωτομάστορας, ο πολυσύνθετος συνεχιστής της Κρητικής μουσικής παράδοσης. Ένας ασυνήθιστος φάκελος έφθασε κάποτε στη Σητεία εκεί στο εμπορικό του κατάστημα, όπου τον έβρισκες πάντα χαρωπό και πληθωρικό, ορμητικό και πρόσχαρο. Αποστολές του φακέλου και ενός διθυραμβικού γράμματος ήταν ένας… Βούλγαρος θαυμαστής του, που δεν ήξερε με τον τόπο κατοικίας του Δερμιτζογιάννη, θυμόταν όμως τ’ όνομά του και έγραψε στον φάκελο:

ΠΡΟΣ ΔΕΡΜΙΤΖΟΓΙΑΝΝΗ – ΕΛΛΑΔΑ

… και το γράμμα τον βρήκε, ο κόσμος ήξερε και αγαπούσε τον μεγάλο βάρδο, που αναφερόταν με πολύ καμάρι στο γεγονός, τονίζοντας, όχι κυρίως την εμβέλεια και τη δική του καλλιτεχνική αξία, αλλά τη δύναμη και τη συνέχεια, την ευνοϊκή αποδοχή της Κρητικής μουσικής παράδοσης από τον κόσμο. Ο Δερμιτζογιάννης έφυγε από τη ζωή το Μάη του 1984.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΟΥΛΓΕΡΑΚΗΣ

Φιλόλογος

 

ΓΙΩΡΓΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ο Γιώργης Κουτσουρέλης, ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς και εκτελεστές της Κρητικής μουσικής γεννήθηκε στο Καστέλλι Κισσάμου το 1914, σ’ ένα χώρο και μια οιοκγένεια που είχε αναδείξει πλήθος μουσικών και η καλλιέργεια της παράδοσης ήταν καθημερινή υπόθεση των πολλών.

Όπως ο ίδιος εξομολογείται από μικρό παιδί γοητεύτηκε από την Κρητική μουσική που είναι μια παράδοση από γενιά σε γενιά, που παρουσιάζει μια ιδιαίτερη μορφή ποιήσεως, χαρακτηριζόμενη από ιδιόρρυθμη έκφραση σε ρυθμό, σε αρμονία, σε χρώμα, χρόνο, τόνο και γενικά σε μελωδία. Ο ρυθμός πάντοτε της προγονικής μας μουσικής. «Η Κρητική μουσική ριζώθηκε μέσα μου και αυτό πιστεύω συνετέλεσε γιατί ο πατέρας μου ήταν ένας από τους σημαντικότερους οργανοπαίκτες λαγουτιέρης της εποχής του.

Εκτός όμως από τον πατέρα μου πάρα πολλά άτομα της οικογένειας Κουτσουρέλη έπαιζαν διάφορα όργανα, λαγούτα, λύρες, βιολιά, μαντολίνα ακόμα και κλαρίνο.

Ο Γιώργης Κουτσουρέλης μπολιασμένος από την γοητεία της Κρητικής μελωδίας, τις πενιές, τις δοξαριές, τα τραγούδια, το γοητευτικό κορμί της λαϊκής μας παράδοσης άρχισε από τα πρώϊμα παιδικά του χρόνια (4-5 ετών) να κουρντίζει και να χρησιμοποιεί τη σκούπα της μάνας του για να παίξει τις μελωδίες του μιμούμενος τ’ άλλα μέλη της οικογένειας μουσικών.

Στο δημοτικό σχολείο, κάτοχος πια κάποιου μαντολίνου, έφτασε να παίζει πραγματικά τους ωραίους σκοπούς του για να χορέψουν οι δάσκαλοι κα οι συμμαθητές του. Πολύ γρήγορα ο Γιώργης Κουτσουρέλης,  παρακινούμενος από το φτασμένο πατέρα λαουτιέρη, αλλά περισσότερο ωθούμενος από την μυστική εκείνη λαχτάρα του προικισμένου καλλιτέχνη, που τον οδηγεί στα πεπραγμένα του, άφησε τις παιδικές μουσικές περιπλανήσεις και ασχολήθηκε πολύ σοβαρά πια με το λαγούτο, το όργανο της ζωής του.

Έτσι στα 10 του χρόνια ο Γιώργης Κουτσουρέλης ήταν ένας αξιόλογος άρτιος λαγουτιέρης που στα 11-12 χρόνια του είχε γίνει τέλειος επαγγελματίας, πολύ σωστός και περιζήτητος συνεργάτης από κορυφαίους καλλιτέχνες της Κρητικής μουσικής, βιολιτζήδες και λυράρηδες της εποχής εκείνης, όπως ήταν ο Γιώργης Μαριάνος, ο Νικόλαος Χάρχαλης, ο Κουνελοκωστής, ο Βασίλης Παπαδάκης-Κοπανίδης, ο Ευθύμης Λυραντωνάκης, Ο Μανόλης Μυλωνάκης και ο μεγάλος Νικόλαος Κατσούλης ή Κουφιανός, ο περίφημος λυράρης.

Πολύ νωρίς, σε ηλικία μόλις 16 χρόνων – μπήκε στο χώρο της δισκογραφίας, αρχίζοντας από το 1930 να παράγει, να ηχογραφεί και να κυκλοφορεί δίσκους. Πρώτα με το Μαριάνο (1930), στην κολούμπια, μετά με τον σπουδαίο Ρεθεμνιώτη λυράρη Αλέκο Καραβίτη στην ίδια εταιρεία και πάλι με τον Μαριάνο, αλλά και μόνος σε δίσκους που περιέχουν δικούς του συρτούς και τραγούδια με σόλο λαγούτο.  Ο Γιώργης Κουτσουρέλης θυμάται πάντα, με συγκίνηση, τη βραδιά που έπαιξε στη λέσχη φιλελευθέρων, στις 15 Δεκεμβρίου 1932, επ’ευκαιρία της ονομαστικής γιορτής του Εθνάρχη Βενιζέλου.

Ο ίδιος ο πρόεδρος, παρών στο εορτασμό, ευχαριστήθηκε τόσο πολύ που κάλεσε τους καλλιτέχνες Γιώργη Μαριάνο και Γιώργη Κουτσουρέλη στο σπίτι του να παίξουν και να γλεντήσουν μαζί του και με τους στενούς του φίλους. Με τον Αλέκο Καραβίτη έπαιξε Κρητική μουσική το 1939 στον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών, αντιπροσωπεύοντας όλη την Κρήτη. Πλήθος προσκλήσεις και οι εμφανίσεις και στις εκτός Κρήτης κοινωνικές εκδηλώσεις.

Ο Γιώργης Κουτσουρέλης, αναγνωρισμένος από νωρίς σαν εμπνευσμένος δημιουργός Κρητικής μουσικής και δεξιοτέχνης καλλιτέχνης, θα εμφανίζεται στο εξής με διάσημους λυράρηδες και βιολιτζήδες ή και σαν σολίστας του λαγούτου. Με τον σπουδαίο λυράρη Νικόλαο Κουφιανό εμφανίζεται στο Εθνικό Στάδιο Αθηνών μαζί με τα συγκροτήματα απ’ όλη την Ελλάδα. Συχνές ήταν και οι εμφανίσεις του στις εκδηλώσεις των Κρητών της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης κ.α. Υποτονική η καλλιτεχνική του δραστηριότητα στα χρόνια του πολέμου, κι ήταν φυσικό, μα αμέσως μετά τον πόλεμο ο Γιώργης Κουτσουρέλης μαζί με τους αδελφούς του Μανώλη και Στέλιο αναπτύξανε σπουδαία καλλιτεχνική δράση, που επηρέασε ουσιαστικά την πορεία και την διάδοση της Κρητικής μουσικής παράδοσης εντός και εκτός Κρήτης.

Στην μεταπολεμική του δισκογραφία, ο Γιώργης Κουτσουρέλης συνεργάστηκε με μεγάλους καλλιτέχνες όπως είναι ο Νικόλαος Σαριδάκης ή Μαύρος (Βιολί), ο Κώστας Μουντάκης, ο Γιώργης Τζιμάκης και ο Νίκος Ξυλούρης. Μαζί τους παρουσίαζε δικά του κομμάτια και συνθέσεις στις οποίες μετείχε και ο αδελφός του Στέλιος. Πρώτος μεταπολεμικός του δίσκος το περίφημο ριζίτικο τραγούδι «Χίτλερ να μην το καυχηθείς που πάτησες την Κρήτη» με δικούς του στίχους και μουσική. Το 1949-50 ο Γιώργης Κουτσουρέλης παρουσίασε σε δίσκο της Κολούμπια τον περίφημο «Αρμενοχωριανό συρτό» με σόλο λαγούτο που είχε μεγάλη επιτυχία, τραγουδισμένος από τον Χρήστο Κορονιωτάκη. Ο Αρμενοχωριανός συρτός αποτέλεσε τη βάση των μουσικών μοτίβων που συνέθεσε και χρησιμοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, σαν μουσική επένδυση του κινηματογραφικού Ζορμπά για να γίνει και αιτία αντιδικιών μεταξύ των δύο συνθετών.

Ο «Αρμενοχωριανός συρτός» ξαναηχογραφήθηκε από τον δημιουργό του Γιώργη Κουτσουρέλη και τον αδελφό του Στέλιο το 1953-54, αυτή τη φορά με το νέο όνομα «Κρητικό συρτάκι». Ως ήταν φυσικό ο πρώτος συνθέτης του Αρμενοχωριανού συρτού, που ήταν αφιερωμένος στον πατέρα του διεκδίκησε τα πνευματικά δικαιώματά του στα δικαστήρια.

Στη δεκαετία 1949-59 τα τρία αδέλφια Κουτσουρέλη Γιώργης-Μανόλης-Στέλιος έλαμψαν στο στερέωμα της Κρητικής μουσικής με την παρουσίασή τους από το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας, σε δύο τακτικές κάθε εβδομάδα εκπομπές που έγιναν στο πανελλήνιο γνωστές από τους τίτλους «Κρητικό μεσημέρι» και «Κρητική βραδιά». Πολλοί σε όλη την Ελλάδα θυμούνται ακόμα το σήμα που ήταν η κοσμαγάπητη μαντινάδα:

«Την μουσική της Κρήτης μας που όλος ο κόσμος θέλει, σαν την παρουσιάζουνε τ’ αδέλφια Κουτσουρέλη».

Το ίδιο διάστημα ο Γιώργης Κουτσουρέλης, είχε δική του εκπομπή στο ραδιοφωνικό σταθμό Χανίων, γνωστή με τον τίτλο «Κρητικοί μουσικοί περίπατοι». Η έντονη και μακρά αυτή καλλιτεχνική δραστηριότητα των τριών αδελφών και ιδιαίτερα του Γιώργη Κουτσουρέλη διακόπηκε γύρω στο 1960, λόγω του αιφνίδιου θανάτου του Μανόλη Κουτσουρέλη.

Την ίδια περίοδο και πριν από το θάνατο του Μανόλη, ο Γιώργης Κουτσουρέλης ηχογράφησε δύο ακόμα δίσκους στην κολούμπια με δικές του συνθέσεις. Ένα με το Γιώργη Τζιμάκη και ένα με τον Κώστα Μουντάκη, που έκανε τότε το ντεμπούτο του στη δισκογραφία με τον Νέο Καστελλιανό συρτό του Γιώργη Κουτσουρέλη, που σημείωσε μεγάλη επιτυχία και άνοιξε το δρόμο στον αξέχαστο Κώστα Μουντάκη στην καλλιτεχνική του καριέρα κατά την οποία αναδείχτηκε κορυφαίος καλλιτέχνης, δημιουργός, και εκτελεστής, δάσκαλος της Κρητικής μουσικής. Το πένθος από τον άδικο θάνατο του Μανόλη Κουτσουρέλη απομάκρυνε για πολύ τον Γιώργη από τις καλλιτεχνικές του δραστηριότητες. Πέρασε ολόκληρη δεκαετία για να ξαναρχίσει, ύστερα από πιέσεις φίλων και θαυμαστών του. Το καλλιτεχνικό του έργο ελάμπρυνε με νέες εμφανίσεις, δημιουργίες και ικανή δισκογραφία. Μερικούς από τους δίσκους αυτής της εποχής τους ηχογράφησε με την συνεργασία του αδελφού του Στέλιου.

Στενή και δημιουργική ήταν η συνεργασία του Γιώργη Κουτσουρέλη με έναν άλλο μεγάλο και ανεπανάληπτο καλλιτέχνη, τον αξέχαστο Νίκο Ξυλούρη, με τον οποίο άρχισε να ηχογραφεί ένα μεγάλο δίσκο με στόχο να γράψει δώδεκα τραγούδια σ’αυτόν. Πρόλαβαν να γράψουν μόνο έξι. Απ’ αυτήν τη συνεργασία βγήκαν οι δίσκοι που περιείχαν το τραγούδι «Νενέ μου», το γνωστό από παλιά «Μπαρμπούνι». Σε άλλο δίσκο ο Νίκος Ξυλούρης (Τα που θυμούμαι τραγουδώ) έβαλε πάλι το περίφημο «Νενέ μου» και το ποιητικότατο «ΚΡΟΥΣΤΑΛΟΒΡΑΧΙΟΝΑΤΗ ΜΟΥ» δημιουργία του Γιώργη Κουτσουρέλη (στίχοι και μουσική δικής του έμπνευσης).

Ηχογραφήσεις  σε πομπίνες είχε κάνει ο Γιώργης με πολλές προσωπικότητες της μουσικής μας παράδοσης: με τον Νικόλαο Χάρχαλη, όταν ήταν 87-88 χρονών, με τον ιδιότυπο και ξεχωριστό Νικόλαο Τζέγκα καθώς και με το σπουδαίο βιολιστή Μιχάλη Κουνέλη.

Ο Γιώργης Κουτσουρέλης είχε πολλές προσκλήσεις, να πάει στο εξωτερικό, παντού όπου υπήρχαν Κρητικοί που ήθελαν να γνωρίσουν από κοντά και να ακούσουν τις πενιές του σπουδαίου καλλιτέχνη. Δύο φορές τον κάλεσε ο διακεκριμένος μουσικολόγος+καθηγητής ΡΟΜΠΕΡΤΟ ΛΕΙΝΤΙ, που κατείχε την έδρα της μουσικολογίας στο Πανεπιστήμι της Μπολόνια και ήταν διευθυντής στης δραματικής σχολής του Μιλάνου. Ο καθηγητής Λέϊντι αποκαλούσε το Γιώργη Κουτσουρέλη «ορχήστρα». Ο ίδιος καλλιτέχνης γράφει για τους λόγους που τον εμπόδισαν να ανταποκριθεί στις προσκλήσεις αυτές και να εμφανιστεί στο εξωτερικό:

«Για δε τις προγενέστερες προσκλήσεις που είχα να πάω στο εξωτερικό και δεν τις πραγματοποίησα δεν μετανοώ και δεν λυπάμαι, διότι εκτός τα ατυχήματα που συμβαίνουν είχα οικογενειακές υποχρεώσεις-γυναίκα και (4) μικρά παιδιά και τους πικραμένους γερούς γονείς μου. Γι’ αυτό λοιπόν προτίμησα να μείνω στον τόπο μου να κυβερνώ και να προστατεύω τα ανήλικα παιδιά μου, να τα προσέχω, να μην ξεφύγουν από τον έλεγχο της μάνας και παραστρατήσουν. Και έτσι άφησα και παραμέλησα τα χρήματα και προτίμησα τα παιδιά μου, που για ΄μένα και για κάθε λογικό άνθρωπο είναι το πιο ακριβό στολίδι του κόσμου, που δεν ανταλλάσσεται με τίποτα».

Το Γιώργη Κουτσουρέλη βράβευσε το καλοκαίρι του 1986 ο Δήμος Ηρακλείου για τις σπουδαίες υπηρεσίες του στην Κρητική μουσική παράδοση, για το πλούσιο έργο του, την πρωτοτυπία των δημιουργιών του, την δεξιοτεχνία και την μοναδικότητα των ερμηνειών του αλλά και το ήθος του, που τον αναδεικνύει σ’ ένα άψογο πολίτη αυτού του τόπου. Ο Γιώργης Κουτσουρέλης έφυγε από τη ζωή τον Ιούλιο του 1994.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΔΟΥΛΓΕΡΑΚΗΣ

Φιλόλογος

 

Καθώς δηλαδή, έβλεπα και άκουγα τον λαϊκό καλλιτέχνη να παίζει το λαγούτο το καταλάβαινα πως το όργανο αυτό δεν ηχούσε επειδή ο μάστορας απλώς έκρουε τις χορδές του. Ο ήχος του λαγούτου δεν προερχόταν απλώς μέσα από το όργανο. Ολόκληρο το κορμί του Κουτσουρέλη με όλο το βάρος των χρόνων του ηχούσε και δημιουργούσε μουσική. Το λαγούτο ήταν προέκταση της σωματικής υπόστασης του λαγουτιέρη. Αυτή λοιπόν η εξαίσια σωματική σχέση κάποιου με την τέχνη του είναι που ορίζει και την γνησιότητά του. Όχι η εγκεφαλικότητα ή η προσποίηση, όχι η εξωτερική κίνηση και η επιτήδευση. Πουθενά στόμφος ή υπερβολή, πουθενά αίσθημα στερημένο από τον παλμό και την γνησιότητα του κορμιού. Και όταν έπαιζε ο δάσκαλος και όταν τραγουδούσε σου έδινε την αίσθηση πως ξοδιάζει σώμα από το σώμα του και αίμα από το αίμα του. Ακόμη κι όταν μιλούσε ήξερες πως ότι έλεγε δεν ήταν λόγια του αέρα. Ήταν ήχος και φωνής ενός παλλόμενου κορμιού. Για τούτο και κάθε λόγος του ηχούσε αρμονικός και φυσικός.

Αποδείκνυε έτσι κάτι πολύ σημαντικό για ‘μας τους Κρητικούς. Ότι η βασική αρετή της Κρήτης δεν είναι η φωναχτή και πομπώδης μεγαλοστομία. Δεν είναι η εξωτερική επίδειξη και το τουριστικό τσαλίμι η καυχησιολογία και η επιπόλαιη υπερβολή. Η μεγάλη αρετή της Κρήτης (και προς την κατεύθυνση αυτή ο Καζαντζάκης έχει τη δική του ευθύνη) είναι όχι η εξωστρέφεια και τα παχιά λόγια, αλλά η δύναμη που προέρχεται από μια αίσθηση αριστοκρατικής ηρεμίας. Και δεν δίδω βέβαια στη λέξη αριστοκρατία πολιτική ή κοινωνική έννοια. Αν φυσικά υπάρχει ακόμα μια τέτοια έννοια. Εννοώ αυτό που μας έδειξε ο Κουτσουρέλης προχθές. Πως δηλαδή ο αριστοκράτης δημιουργός ακριβώς επειδή η λαϊκή του συνείδηση είναι αριστοκρατική, δεν καταδέχεται να παίξει ή να τραγουδήσει προς χάρη των τουριστών εντόπιων ή ξένων. Πως παρακολουθώντας την παράδοσή μας, τα πατροπαράδοτα, όπως είπε, δεν καταδέχεται να ξεπέσει σε λαϊκίστικες κραυγές και εύκολες επιδείξεις. Μίλησε για δύσκολους σκοπούς, για δύσκολα τραγούδια και δύσκολους χορούς. Δεν έκανε κριτική σε κανένα. Έδειξε με τα χέρια του και με το κορμί του το δικό του έρωτα προς την τέχνη του και προς τη ζωή. Το άρωμα που μας τραγούδησε είναι απόσταγμα του δικού του κορμιού καθώς χρόνια ξοδεύεται στη δύσκολη τέχνη του.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ

Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Σκέψεις του Γ.ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ για την Κρητική μουσική.

                Η Κρητική μουσική είναι παράδοση από γενεά σε γενεά. Κάθε όμως καλλιτέχνης εκτελεί ανάλογα με τη λεπτότητα των αισθημάτων του και ερμηνεύει την ψυχική του ιδιοσυγκρασία με ανάλογο ρυθμό αρμονίας, χρόνου, χρώματος, ήχου και κλιμάκων, σε συμφωνία πάντοτε με τις παραδόσεις της προγονικής μας μουσικής.

                Για κάθε καλλιτέχνη δεν είναι δύσκολο μια σύνθεση οιουδήποτε τραγουδιού της ειδικότητάς του. Εγώ παραδείγματος χάριν, που ασχολούμαι από μικρό παιδί στη λαϊκή Κρητική μουσική, όταν βρεθώ έτσι σε φόρμα που λέμε και πιάσω το όργανό μου (το λαγούτο) μόνος μου και παίξω οιοδήποτε κομμάτι και κείνη την ώρα μου ήρθε να φτιάξω κάτι καινούριο, θα το φτιάξω διότι μου έρχεται η αυθόρμητη έμπνευση της στιγμής εκείνης, που μου ερμηνεύει το αίσθημα της ψυχής μου. Ψάχνοντας τις φωνές, τις νότες του οργάνου  μου θα βρω εκείνο που ζητώ. Συμβαίνει και κάτι άλλο καμιά φορά ενώ για άλλο ξεκινώ και αλλού καταλήγω, με μια φωνή, με μια νότα, που άθελά μου θα πατήσει το δάκτυλό μου, κτυπά στο αυτί κάτι, που με αναγκάζει να την ερευνήσω αυτή τη φωνή του οργάνου και εν συνεχεία να ψάξω και για τις συναφείς φωνές, που θα μπορέσουν να με οδηγήσουν σε μια καινούρια σύνθεση.

                Και συνήθως οι τυχαίες φωνές και οι μεσοφωνίες, ή μεσοφωνία, κτύπος στο αυτί που σε αναγκάζει να την ελέγξεις. Αυτή λοιπόν η μεσοφωνία έχει και τις συνεχόμενες φωνές που της αρμόζουν και έτσι με λίγη προσπάθεια και φυσικά σε συνεργασία σκέψεως και αντιλήψεως πετύχαμε μια καινούρια σύνθεση. Επίσης είναι πολλά τα κίνητρα που με οδηγούν σε συνθέσεις, η αλλαγή κουρντίσματος του οργάνου και το πρίμα στο «λέβο» που λέμε, και διάφορα κουρντίσματα. Σ’ ένα κούρντισμα που θα παίζαμε ένα ταξίμι, μπορούμε να φτιάξουμε ένα καινούριο κομμάτι σε τύπο Κρητικοανατολίτικο, όπως είναι το «Νενέ μου», ο «Σταφιδιανός» και άλλα πολλά. Με τέτοιους συνδυασμούς βγήκε το τραγούδι: «Όσο βαρούν τα σίδερα» και τόσα άλλα: «Νενέ μου», «Φιλεντέμ», «Καροτσάς», «Το μερακλίδικο πουλί» κλπ.

                Επίσης είναι δυνατόν να πιάσουμε κομμάτι και στον ύπνο μας, τώρα το πώς έρχεται η έμπνευση ίσως ούτε ο ίδιος μπορώ να εξηγήσω. Ίσως από όνειρο (από μεταξύ ύπνου και μη) από άλλες διάφορες μουσικές, που έχει συλλάβει το αυτί μας. Εγώ το περίφημο και περιβόητο «Κρητικό Συρτάκι», που δεν ξέρω αν πρέπει να το αναφέρω τώρα, μου το εκμεταλλεύθηκε ο Μίκης Θεοδωράκης, το εμπνεύσθηκα στο κρεβάτι μεταξύ ύπνου και μη. Μεσοκοιμόμουν. Θυμάμαι που σηκώθηκα αυτομάτως, πήγα και έπιασα το λαγούτο μου και άρχισα να ψάχνω και κάπως βιαστικά μη τυχόν και μου φύγουν απ’ το μυαλό αυτές οι νότες, που μου ήρθαν όπως προείπα μεταξύ ύπνου και μη. Πράγματι σταθεροποίησα τις βασικές φωνές και μετά από ειδική μελέτη και όταν βρισκόμουν σε κατάλληλη ψυχική διάθεση το τελειοποίησα και παρουσίασα την σύνθεση που την ηχογράφησα σε δίσκο στην Κολούμπια το 1950, σαν «Αρμενοχωριανό συρτό» και μετά το ξαναηχογράφησα με τίτλο «Κρητικό συρτάκι» το 1953.

                Επίσης από μια κουβέντα αφελούς ανθρώπου, που θα καρφωθεί στο μυαλό του καλλιτέχνη και μείνει στη  μνήμη μπορούμε νε πετύχουμε σύνθεση. Εγώ τώρα έχω φτιάξει μια πρωτότυπη σύνθεση. Κάποιος θαμώνας παίζοντας χαρτιά στο καφενείο, μας κτυπά το χαρτί στο τραπέζι και κτυπώντας λέει: «Σουλου μουντουμ τσι τσι-ρι» αυτή η λέξη μου καρφώθηκε στο μυαλό κι εκείνη τη νύχτα έλεγα σούλουμουντουμ Τσι, τσι, ρί μέχρι που ξημέρωσε. Μόλις σηκώθηκα έπιασα το λαούτο μου και έψαχνα να δω πως θα μπορέσω να ταιριάσω αυτό το σουλουμούντουμ τσι, τσι, ρι, προπαντός με απασχολούσαν οι στίχοι. Ρώτησα ορισμένους μορφωμένους ανθρώπους, αν είχε καμιά σημασία η λέξη αυτή. Μέχρι το απόγευμα οι στίχοι ήταν φτιαγμένοι, που με δυσκόλεψαν αρκετά, εν συνεχεία έπιασα το λαγούτο μου για την μουσική και ταίριασα και τη μουσική και τώρα έχω ένα πολύ ωραίο κομμάτι  που αν μου ταιριάσει, θα το ηχογραφήσω σε δίσκο. Με τον τίτλο «Σουλουμουντουμ Τσι-τσι-ρι».

Η παράδοση.

«Η παράδοση» πρέπει να μείνει, μιλάω για τη μουσική αλλά συγχρόνως να είναι και δημιουργική. Βέβαια ο δημιουργός, ο συνθέτης, πρέπει να έχει ως βάση την παράδοση ώστε το χρώμα, το μέτρο και το ύφος να μυρίζουν Κρήτη. Έτσι πετυχαίνουμε μια σωστή μουσική δημιουργία που θα κάνει την παράδοση να εξελίσσεται. Και αυτό, γιατί στην εποχή μας, όπως και σε κάθε εποχή, τα πάντα εξελίσσονται φτάνει να εξελίσσονται σωστά. Αλλά και η γνήσια παράδοση θα πρέπει να μείνει σωστή και αγνή. Τη σημερινή εποχή χορεύουν τα συρτάκια πεντοζάλια κλπ καλά, αλλά με τους χορευτικούς ομίλους έχουν κάνει τυποποιημένους τους χορούς, χορεύουν μηχανικά όλοι μαζί, τρακ-τρακ, δηλαδή σαν το στρατιώτη- προσοχή, ανάπαυση.

                Η Κρητική μουσική πιστεύω, χωρίς να θεωρηθεί υπερβολή, πως κατέχει την πρώτη (Α) θέση στο χώρο της ευρύτερης λαϊκής μουσικής παράδοσης του τόπου μας και ιδιαίτερα της δημοτικής μουσικής και χωρίς μ’αυτό να θέλω να μειώσω άλλες περιοχές της πατρίδας μας, που κι εκείνες έχουν  πράγματι αξιόλογη μουσική παράδοση. Όμως πρέπει να ειπωθεί, γιατί είναι η αλήθεια, πως η Κρητική μουσική δεν αποδίδεται σε όλα τα μέρη της Κρήτης με ενιαία μορφή, αλλά ποικίλει κατά περιοχές και ιδίως κατά νομούς, όπως ως γνωστόν υπάρχουν και γλωσσικοί ιδιωματισμοί, δηλαδή με άλλα λόγια κάθε περιοχή της Κρήτης, κυρίως, όμως κάθε νομός της έχει και το δικό του μουσικό χρώμα.

 

Το λαούτο.

                Επειδή είμαι λαγουτιέρης, θέλω να τονίσω το απαράδεκτο καθεστώς που παρατηρείται να κάθεται ο λυράρης στη μέση και αν έχει στα πλάγιά του τους δύο λαγουτιέρηδες, πασαδόρους χωρίς καμία μελωδία, παρά να κρατούν μόνο το ρυθμό που κι αυτός από ορισμένους πολλές φορές δεν είναι σωστά τονισμένος. Κι έτσι καταργήσανε τους λαγουτιέρηδες και φτιάξανε τους πασαδόρους. Κατ’ εμέ δεν φταίνει οι λαγουτιέρηδες. Η αιτία είναι αυτό που λέω παραπάνω, τα άσχετα – και περιττά της λύρας μπερδεύουν  τους λαγουτιέρηδες και αναγκάζονται να γίνονται πασαδόροι.

                Εγώ λέω ότι υπάρχουν λαγουτιέρηδες τώρα τα τελευταία χρόνια καλοί και δεν τους αφήνουν να ακουστούν. Το λαγούτο αγαπητοί μου είναι ένα από τα πλουσιότερα και πιο γλυκόηχα όργανα. Το λαγούτο είναι ο «παππούς» του πιάνου, που χρησιμοποιούσαν κάποτε στις ορχήστρες. Το λαγούτο, όχι μόνο σαν δεύτερο όργανο συνοδεύει μελωδικά –το τονίζω αυτό – τη λύρα και το βιολί, αλλά μπορεί και μόνο του, όταν παίζεται σωστά-να παίζει οποιαδήποτε μελωδία. Και να βγάζει ολόκληρο γλέντι χωρίς κανένα συνοδό.

Μόνο με σόλο λαούτο έχω βγάλει πολλά γλέντια μόνος μου.

                Είμαι λάτρης της παραδοσιακής λαϊκής Κρητικής μουσικής και με μεγάλο ενδιαφέρον και προσφορά προσωπική μου γι’ αυτήν, δηλώνω ότι θα συνεχίσω να προσφέρω ότι μπορώ για να διατηρήσομε αυτή την ιερή μας παράδοση.

                Πιστεύω ότι είμαι ένας από τους επιζώντες που την κρατώ και την διατηρώ γνήσια και αγνή, όπως την βρήκα από τους πολύ παλιότερούς μου: Ακόμα πρέπει να πω εδώ ότι σ’ όλη μου την καριέρα πάντοτε, και τώρα όποιος με πλησιάζει ή από τους νέους, που θέλουν να γίνουν επαγγελματίες ή και επαγγελματίες παλιοί, που έχουν ορισμένες ελλείψεις, ποτέ δεν αρνήθηκα να τους βοηθήσω και να διορθώσουν τυχόν ελλείψεις ή παραποιήσεις. Τελειώνοντας συνιστώ και παρακαλώ τους νέους μας να διατηρήσουν άσβηστα τα παραδοσιακά μας έθιμα γι’ αυτό εκφράζω την ευχή μου και πιστεύω πως το πανεπιστήμιο της Κρήτης είναι το μόνο αρμόδιο σήμερα να δημιουργήσει, με συνεργασία ειδικών τοπικών παραγόντων, σχολή Κρητική Λαϊκής Παράδοσης απ’ όλους τους νομούς της Κρήτης και με καλούς και σωστούς μαστόρους και να περιλαμβάνονται τμήματα: Λαγούτου, λύρας, βιολιού,τραγουδιού, χορού, και οτιδήποτε άλλο συνδέεται με την λαϊκή Κρητική τέχνη για να σωθούν και να συνεχιστούν όλοι αυτοί οι θησαυροί του τόπου μας.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Λαϊκός καλλιτέχνης – συνθέτης – στιχουργός

Εκτελεστής της Κρητικής μουσικής

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ

Ο Θανάσης Σκορδαλός γεννήθηκε το Δεκέμβρη του 1920 στο Σπήλι του Ρεθύμνου. Τέλειωσε το Δημοτικό και το Ημιγυμνάσιο στο Σπήλι, όπου – σε  ηλικία μόλις 9 ετών – πρωτόπιασε λύρα στα χέρια του.

Ο ίδιος, έχει τραγουδήσει χαρακτηριστικά:

«Εννιά χρονών ήμουνα σαν έπιασα τη λύρα

με πίστη την αγάπησα κι απόφαση το πήρα.

Λύρα να μάθω ήθελα την Κρήτη να γλεντίζω

και σαν την επρωτόπιασα άρχισα να ελπίζω».

Και συνεχίζει ο Θανάσης Σκορδαλός:

«Δώδεκα χρονών παιδί ακόμα, πρωτόπαιξα έξω από το χωριό μου, το Σπήλι και συγκεκριμένα σε γάμο, στο χωριό Χαμαλεύρι Ρεθύμνου. Εφτά χρόνια μετά, στα δεκαεννιά μου χρόνια, έκανα την πρώτη επίσημη εμφάνισή μου στον Αποκριάτικο χορό των Κρητών της Αθήνας στο ιστορικό «Βυζάντιον» της Ομόνοιας.

                Στη δισκογραφία ο Θανάσης Σκορδαλός πρωτοεμφανίστηκε το 1946, με το περίφημο «Σπηλιανό Συρτό» και με συνεργάτη του το μεγάλο λαουτιέρη Γιάννη Μαρκογιαννάκη (Μαρκογιάννη).

                Και χωρίς αμφιβολία οι καλύτερες στιγμές του Θανάση Σκορδαλού τόσο στη δραστηριότητά του ως μουσικού, όσο και στην δουλειά του στην δισκογραφία, συνδέονται με τον απαράμιλλο λαούτο του Γιάννη Μαρκογιαννάκη, που τον συνόδευε συνεχώς από το ξεκίνημά του στα 1939 μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’50.

                Είχε ακόμα την τύχη ο Θανάσης Σκορδαλός να συνεργαστεί με τον ανεπανάληπτο Μπαξεβάνη στην ηχογράφηση 4 δίσκων 78 στροφών (γύρω στα 1947) που περιείχαν 8 τραγούδια που έμειναν κλασσικά. Ανάμεσά τους το «Ξεροστεριανό νερό» και «Στων αμαθιών σου τη φωτιά» που περιλαμβάνονται σ’ αυτό το άλμπουμ.

                Άλλη μια αξιόλογη συνεργασία του Θανάση Σκορδαλού είναι εκείνη με τον Νίκο Μανιαδάκη ή Μανιά που χάρισε πολύ καλές εκτελέσεις σε δίσκους.

                Σε ηλικία 27 χρονών (1947) άκουσε για πρώτη φορά τον Θανάση Σκορδαλό ο τότε πρόεδρος του κόμματος των Φιλελεύθερων Σοφοκλής Βενιζέλος και ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που σε χρόνο ρεκόρ τον διόρισε υπάλληλο στην Υπηρεσία Ασφαλείας της Τράπεζας Ελλάδος, από την οποία συνταξιοδοτήθηκε αργότερα.

                Ένα μεγάλο «κομμάτι» της πολύχρονης καλλιτεχνικής του καριέρας αφιέρωσε πραγματοποιώντας καλλιτεχνικές εμφανίσεις στους απανταχού Κρήτης της διασποράς, Αμερική, Αυστραλία, Καναδά και Αφρική. Ο Θανάσης Σκορδαλός, θαυμαστής και λάτρης του έργου του Ανδρέα Ροδινού, θα πει: «Όταν ήμουν παιδί, αναρωτιόμουν αν κάποτε θα μπορούσα να παίξω λύρα, έστω και στο μισό καλά, απ’ ότι ο Ανδρέας Ροδινός».

                Ο Θανάσης Σκορδαλός έχει αποκτήσει 4 παιδιά, δυο γιους, τον Γιάννη και τον Δημήτρη που έχουν αποκατασταθεί και μένουν στην Αμερική και δύο κόρες, τη Λίτσα και τη Μαίρη που μένουν στην Αθήνα. Αξίζει να αναφέρουμε για την πολύ καλή φωνή της Μαίρης που σε πολλά τραγούδια του πατέρα της συμμετέχει με τη θαυμάσια φωνή της.

                Σήμερα ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ που υπηρετεί 60 ολόκληρα χρόνια την Κρητική μουσική, είναι και θα μείνει ένας από τους κορυφαίους καλλιτέχνες στην Κρητική Μουσική Ιστορία, με μνημειώδες δισκογραφικό έργο, ανεπανάληπτο και σε ποσότητα και σε ποιότητα. Με απαράμιλλη τεχνική, απόλυτη γνώση του ρυθμού και σπάνια εκφραστική λιτότητα, ο Θανάσης Σκορδαλός άνοιξε καθαρούς και ευανάγνωστους δρόμους, που έμελλε πολλοί να ακολουθήσουν στην συνέχεια. Δημιούργησε έργο τέτοιο, που μ’ αυτό θα τροφοδοτεί για πολλά χρόνια, τις επόμενες γενιές.

Σ.Α.

 

 

Χαράματα…

«Την ώρα που το φως τσ’ αυγής σαν τη δροσούλα πέφτει…»

Συνάντησα μια βεργολυγερή Κρητικοπούλα και την συντροφιά της να πλανάται στο μισοσκόταδο του πρωινού σαν πλεούμενο χτυπημένο από δυνατά μελτέμια. Γύριζαν από «Ξημερωμένο γλέντι» που έπαιζε ο Θανάσης Σκορδαλός.

-          Πώς πέρασες, ρώτησα τη λυγερή με ενδιαφέρον, προσπαθώντας να εκμαιεύσω την εντύπωση ενός νέου ανθρώπου για το… «μάγος της λύρας».

-          Ίντα να σου πω. Αυτός ο άνθρωπος μοιάζει με το κρασί, που όσο παλιώνει γίνεται πιο αρωματικό, σπιρτόζικο, δροσερό στο πιόσιμο μα και φοβερά… επικίνδυνο, απάντησε.

Αυθόρμητα η ωραία κόρη είχε δώσει με λακωνικότατο και μεθυστικό… τρόπο την απήχηση που βρίσκει η Σκορδαλική λύρα και στους κύκλους των νέων. Για τους παλαιότερους δεν γεννάται θέμα γιατί εκείνοι έχουν κάνει τις επιλογές τους. Θα ήταν μάλιστα εντελώς φυσικό, ύστερα από τόσα χρόνια αδιάκοπης καλλιτεχνικής παρουσίας να έχει «κουράσει» ή να έχει κουραστεί ο ίδιος.

Κι όμως αυτός, ο περίφημος μουσικός δρυς όχι μόνο δεν ‘έσπασε’ όπως χαρακτηριστικά λένε οι γλεντζέδες μα εξακολουθεί να ψυχαγωγεί με την μουσική του τους απανταχού Κρήτες, να δημιουργεί και να διδάσκει  με τον τρόπο του τα μουσικά βλαστάρια του τόπου μας.

        Έγινε και είναι το μουσικό άκουσμα του λαού μας. Μέσα στη λύρα του φιλοξενεί και με το δοξάρι του σαϊτεύει σταθερά τις απόμακρες συναισθηματικές εξάρσεις του χθες, αποσαφηνίζει το απάνθρωπο σήμερα και ανοίγει τους ορατούς μουσικούς δρόμους σε μελλούμενους καιρούς. Για τώρα τουλάχιστο, πάνω του «ακουμπούν» πολλοί από τους σύγχρονους ερμηνευτές της Κρητικής λαϊκής μουσικής, και όπως πιστεύεται αυτό θα γίνεται για αρκετό διάστημα στο μέλλον.

Χαρακτηριστική μάλιστα είναι μια… πρόβλεψη του ομότεχνου του Μανόλη Μανουρά. Αφού με… ανάγκασε να ακούσω στο τηλέφωνο το «Σπηλιανό συρτό» γοητευμένος και ο ίδιος από την υπέροχη αυτή μελωδία στο τέλος μου έδωσε τον ακόλουθο χρησμό:

«Θεόψυχά μου μα  τρακόσα χρόνια να κοιλιοπονά η Κρήτη είναι ζήτημα αν ξαναγεννήσει σαν του Σκορδαλού».

                Κανείς δεν θα ήθελε να βγει αληθινός ο Μανουράς. Βάζει όμως σε σκέψη και η κουβέντα του μια και ο ίδιος γνωρίζει τη  μουσική κατάσταση που υπάρχει στο νησί και θεωρείται ένας από τους άξιους λυράρηδες της σωστής παράδοσης.

                Οι μουσικές στιγμές του Θανάση Σκορδαλού έγιναν μέσα στο απέραντο Ωδείο της Μουσικογέννας Κρήτης.

                Τον πρώτο λόγο είχε η ίδια η έξαλλη φύση του χωριού του και μετά οι μερακλήδες λυράρηδες, λαουτιέρηδες, χόρευτες και γλεντζέδες της ήρεμης επαρχίας του Αγίου Βασιλείου και του τραχύ Αποκόρωνα. Ο Στεφανής Βασιλάκης, ο γνωστός Μυλωνάς τσ’ Αγιάς Φωθιάς (εξωκλήσι ανατολικά του Σπηλίου με νερόμυλο) λυράρης, με τα υπέροχα πεντοζάλια του, ο Γιώργης Μαρκογιαννάκης, ο Αλέκος Καραβίτης, ο Ξήρας, Λαγός, Καρεκλάς, Κουφιανός, Καντερής, ο Μιχάλης Πιπέρης και άλλοι υπήρξαν  οι ακούσιοι, δάσκαλοί του. Γοητεύτηκε από το συγκρότημα Ροδινού – Μπαξεβάνη και σ’ αυτό αρχικά «ακούμπησε». Εδώ σε μεγάλη προσοχή στη λύρα του πρώτου και στο τραγούδι του δεύτερου.

                Όταν ανάτειλε το καλλιτεχνικό άστρο του Σκορδαλού, μεσουρανούσαν τα άστρα των δύο κορυφαίων της Κρητικής μουσικής: του Στρατή Καλογερίδη και του Ανδρέα Ροδινού. Υπήρξαν δύο μουσικές κορυφές του τόπου που θα μπορούσαν να γίνουν και συμπληγάδες για το Σκορδαλό, όπως συνέβη με πολλούς άλλους. Δεν έγιναν όμως. Ο τελευταίος δεν είδε τους άλλους ανταγωνιστικά, δεν σταμάτησε κι ούτε πνίγηκε κάτω από το βάρος της μουσικής κληρονομιάς που άφησαν εκείνοι.

Γρήγορα πέρασε ανάμεσά τους και βρήκε δικό του δρόμο στην έκφραση και το ύφος. Μακριά από ξένες επιδράσεις ή επιρροές ανέβηκε σταθερά ως τις δυσκολοπάτητες Κρητικές Μουσικές Μαδάρες κι από’ κεί μας στέλνει ανόθευτο το τραγούδι τα’ ουρανού και της θάλασσας. Είναι ο μουσικός γιος της μουσικομάνας Κρητικής φύσης.  Ο «Δωρεάν σφραγισθείς» από τις θείες μούσες του νησιού ως ταλαντούχος συνθέτης δοξαράς και λυράρης.

                Θα ηχούσε όμως παράταιρα αν δεν αναγνωρίζαμε ότι στο μουσικό ύφος που ανέβηκε ο Θ.Σ. βοήθησαν – εκτός από τον ίδιο – και άλλοι σημαντικοί παράγοντες. Δεν είναι π.χ. μικρό και ούτε μοιάζει τυχαίο στο καλλιτεχνικό του ξεκίνημα να υπάρχει δίπλα στη λύρα του όργανο – κύριως μελωδίας και όχι συνοδείας – ένα λαούτο όπως εκείνο του Γιάννη Μαρκογιαννάκη. Η απαράμιλλη δεξιοτεχνία των Μαρκογιάννηδων, τον Κουτσουρέληδων και άλλων ανέβασε ξανά το λαούτο στο αρχικό ύφος της μελωδίας, εκεί που βρισκόταν όταν το πρωτοέφεραν οι Ερωτοψάλτες του Μεσαίωνα.

                Αλλά και τις στιγμές που ο Μαρκογιαννάκης «σταματά πίσω» για να προηγηθεί η λύρα συνοδεύοντάς τη απαλά και τότε ακόμα ανασηκώνει με διακριτική αλαφράδα το βάρος της μελωδίας και της ανοίγει δρόμο γλυκοπατώντας σαν ερωτευμένος βαρδιάνος με αξαλλοσύνη της ψυχής στο ξεχείλισμα των αισθήσεων…

                Όταν πάλι στο καμίνι της  μουσικής αποκορύφωσης πέφτει άξαφνα στη φωθιά σαν αετός χτυπημένος από τη μελωδία ο πρώτος χορευτής του Σπηλιού Σταμάτης Παπαδάκης, γεννιούνται εικόνες που σήμερα φαίνονται απίστευτα ονειρικές ή χίμαιρες… Ο Σταμάτης όπως λέει ο Σκορδαλός, τον βοήθησε με τα τσακίσματα του χορού, τις κοκκαλιές και την ακρίβεια των κινήσεων του, να δώσει καλύτερη μορφή στην έκφραση της μελωδίας, μα και να τελειοποιήσει τους ρυθμούς του.

                Όταν χόρευε ο Σταμάτης δεν πατούσε τα ζάλα του χορού. Ζωγράφιζε και αυτοσχεδίαζε. Θα πει έκπληκτος ο εξαίρετος χορευτής Παρασκευάς Μενιουδάκης.

                Τέτοιες ώρες η λύρα όχι μόνο δίνει στο χορευτή μα παίρνει και αποκωδικοποιεί τα σπάνια μηνύματα των σωματικών εξάρσεων μεταβάλλοντας τα αυθόρμητα σε μουσική ανάλογα την ευαισθησία του λυράρη. Δεν ήταν μάλιστα λίγες οι φορές που και οι τρεις αυτοί – λυράρης, λαουτιέρης και χορευτής, πρωταγωνιστούσαν στο ξεφάντωμα και ταυτόχρονα γίνονταν δημιουργεί.

                Στιγμές που οι μούσες χυμούν μαγεμένες στα τρικυμισμενα βάθη της ψυχής και τυπώνουν σε ευαίσθητες μήτρες ήχους και στίχους.

                Τα θεία δώρα της αποκορύφωσης και της αυθόρμητης δημιουργίας της γνήσιας λαϊκής ψυχής.

ΚΩΣΤΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ

Συγγραφέας

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΓΡΙΔΗΣ

                Ο Γιώργος Καλογρίδης γεννήθηκε στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1923. Στα δεκατέσσερά του χρόνια άρχισε να ασχολείται με τη λύρα δίπλα στους συγχωριανούς του λυράρηδες, Στεφανή Βασιλάκη ή Κονδύλη και Γιώργη Μαρκογιαννάκη ή Μαρκογιώργη. Η κατοχή τον βρίσκει στο Σπήλι και λίγα χρόνια αργότερα φεύγει για την Αθήνα, όπου θα εγκατασταθεί για λίγο διάστημα. Την περίοδο αυτή (1946) ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο: «Πολλές φορές στον ύπνο μου», που θεωρείται τόσο κλασσικό όσο η «Ιτιά» για την Ρούμελη και ο «Αμάραντος» για το Μωριά.

Συνολικά ηχογράφησε (Δεκαετία 1946-56) είκοσι τραγούδια ορισμένα από τα οποία είναι δικές του συνθέσεις και διακρίνονται για την άψογη εκτέλεσή τους την εκπληκτική τους μελωδία και το υπέροχο τραγούδι τους από την εξαιρετική φωνή του ίδιου του Γ. Καλογρίδη, φωνή που σπανίζει σήμερα.

                Αξίζει να σημειωθεί ακόμη η ιδιαίτερη προσοχή που επιδεικνύεται από τον Γ. Καλογρίδη στην επιλογή των μαντινάδων, γεγονός που συντελεί αποφασιστικά στην επίτευξη μιας υψηλής ποιότητας που χαρακτηρίζει όλο του το έργο.

                Οι ηχογραφήσεις του όλες έγιναν με την συνεργασία δύο γνωστών και καταξιωμένων λαουτιέρηδων, των αδελφών Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη.

                Ο προικισμένος λυράρης ξενιτεύεται το 1966 στη Ν. Υόρκη όπου ζει μέχρι σήμερα. Το 1977 ύστερα από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο το χρυσό χέρι του καλλιτέχνη παραλύει, στερώντας και από τον ίδιο αλλά και από την μουσική μας γενικά την ευκαιρία για νέες μουσικές συνθέσεις. Ωστόσο, η μέχρι τότε μουσική του προσφορά παραμένει για να σημαδέψει την πορεία της μουσικής μας παράδοσης και στοιχειοθετεί την υποχρέωση μιας απέραντης ευγνωμοσύνης από μέρους της «μουσικής» Κρήτης.

Σ.Α.

 

                Από ημίφωτους διαδρόμους και άτραπους σκολιούς έφθασε μέχρι εμάς η πανάρχαια Κρητική μουσική όπως μορφοποιήθηκε το πρώτο μισό του αιώνα μας, απ’ τους λεγόμενους «Πρωτομάστορες».

Πριν από αυτούς, στα Βυζαντινά, κλασσικά Ελληνικά, προ-ομηρικά και Μινωϊκά χρόνια δεν γνωρίζουμε ούτε τη χροιά της ούτε τα ηχοχρώματά της.

                Η κορυβαντιόντες Κρητικοί Κουρήτες, οι KEFTIU της προαιγυπτιακής περιόδου, με την πασπερμία των αποικιών τους στη λεκάνη της Μεσογείου (Κυρηνιακή, Αίγυπτος, Φοινίκη, Παλαιστίνη, Ν. Ιταλία) μεταλαμπαδεύουν και την μουσική τους. Την Κρητομινωϊκή μουσική που την ασπάσθηκαν και την εγκολπώθηκαν οι επίγονοι λαοί στα επόμενα δέκα χιλιάδες χρόνια, θεωρώντας την εθνική τους μουσική. Είναι ευλογία θεού που στην ίδια την Κρήτη, οι Πρωτομάστορες είχαν την έμπνευση να αποτυπώσουν τις δημιουργίες τους (στηριγμένες σε μουσικές φόρμες του παρελθόντος) στα γραμμοφωνικά μέσα κατά τις αρχές του αιώνα μας, για να υπηρετήσουν την μελωδία.

                Ο Ανδρέας Ροδινός ενεδύθει τον μανδύα του μύθου. Αξεπέραστος τεχνίτης και παθιασμένος αγαπητικός της λύρας δεν πρόφτασε να αποδώσει, λόγω του πρόωρου θανάτου του, ποσοτικό έργο. Οι ελάχιστες καταγραφές του δείχνουν το μεγάλο ταλέντο του, που θα αποτελούν το ευαγγέλιο της μουσικής παράδοσης του νησιού μας.

                Των άλλων πρωτοπόρων καλλιτεχνών η δισκογραφική δουλειά δεν είναι μεγάλη αν και με την καθημερινή μουσική πράξη τους, στις εκδηλώσεις της ζωής, επηρέασαν τον περίγυρό τους.

                Η μουσική δημιουργία όμως του Γιώργη Καλογρίδη είναι και ικανοποιητική ποσοτικά, και ασυναγώνιστη ποιότητα.

                Άνθρωπος ερωτικός έδωσε ρυθμούς και μελωδίες που εκστασιάζουν τους φίλους της καλής παραδοσιακής μουσικής.

                Η ψυχή παθαίνει και συνεγείρεται άλλοτε από τους κυματισμούς μιας σπάνιας μελωδικής όρχησης και άλλοτε από τους ακροβατικούς μετεωρισμούς μιας ερωτικής δίνης, που νομίζεις πως γράφτηκαν ως μουσική υπόκρουση για μινωϊκά ταυροκαθάψια, σ’ ένα παιχνίδι ζωής και θανάτου, όπως είναι ο έρωτας.

                Η μουσική του Γιώργη Καλογρίδη ποτέ δε στάθηκε και δεν έγινε μουσειακό υλικό. Τα ακούσματα των μουσικών έργων του είτε άμεσα, είτε ως κουρσεμένα λάφυρα επηρέασαν τα μεταγενέστερα μουσικά χρόνια σε τέτοιο βαθμό που σήμερα και χωρίς εμπεριστατωμένη επιστημονική έρευνα γίνεται αντιληπτό.

                Η θεία μοίρα βοήθησε να σωθούν αρκετά μοτίβα μιας σπάνιας ορφικής μουσικής του «αρχιμάστορα» Γιώργη Καλογρίδη πλημμυρισμένα από το πάθος του έρωτα και αψεγάδιαστα καλλιτεχνικά. Που είναι βέβαιο πως θα αποτελούν τις διαδρομές για τη γνώση του Ελληνικού μουσικού παρελθόντος του νησιού μας και τη μελλοντική καλλιτεχνική ανατροφοδότηση της ράτσας μας.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΝΟΥΔΑΚΗΣ

Συγγραφέας – Καθηγητής

 

Ο Γιώργης Καλογρίδης δεν είναι εύκολο να προσωπογραφηθεί. Ανήκει στην μεγάλη γενιά καλλιτεχνών που ερωτεύτηκαν τη μουσική μας και την ανέβασαν πολύ ψηλά σ’εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Στους πρωτομάστορες και μεγαλουργούς της Κρητικής μουσικής παράδοσης.

Οι σκοποί και τα τραγούδια του πάντοτε τρυφερά σαν την ψυχή του, διακρίνονται για την γλυκύτητα και τον ερωτισμό τους. Δείγματα επιδεξιότητας, απλότητας, ρυθμού και ισορροπία και προπάντων σεβασμού.

Όσοι γλέντησαν με τη λύρα του είναι σε θέση να πουν πολύ περισσότερα για τον καλλιτέχνη και άνθρωπο Καλογρίδη. Τον τραγουδιστή του έρωτα.

Κρίμα που η μοίρα στέρησε από εμάς και τη μουσική μας, μια τέτοια καλλιτεχνική φυσιογνωμία πρόωρα. Σίγουρα αν κρατούσε ακόμα το δοξάρι, η Κρήτη και η δημοτική μας μουσική θα είχαν να επιδείξουν ακόμα μεγαλύτερο και σπουδαιότερο μουσικό έργο. Όπως και να’χει όμως το πράγμα θα αποτελεί σημείο αναφοράς της Κρητικής μουσικής του χθες και του αύριο.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΑΝΤΙΝΑΚΗΣ

Δημοσιογράφος

 

Στην κατηγορία εκείνη των ανθρώπων που μέσα τους υπάρχει έντονο και πληθωρικό το πάθος, ανήκει και ο Γιώργης Καλογρίδης.

Πάθος: Μια λέξη που οι παλιότεροι τουλάχιστον, την χρησιμοποιούσαν για να αποδώσουν κάποιες ιδιότητες που χαρακτήριζαν κάποιους ανθρώπους όπως: ευαισθησία, μερακλίκι, φλόγα, ερωτισμό, τρέλα, παράπονο και όποια άλλη έννοια θα μπορούσε να προσδιορίσει μια καλλιτεχνική φύση.

Γεμάτος πάθος, λοιπόν ο Γ. Καλογρίδης, δεν χρειαζόταν περισσότερα εφόδια ή προϋποθέσεις, για να διαπρέψει στον τομέα της δραστηριότητάς του. Αν αντί για δοξάρι τώρα, τύχαινε να κρατά χρωστήρα ή σμίλα, ή κοντυλοφόρο, είναι βέβαιο πως ό,τι έβγαινε απ’ τα χέρια του θα είχε επίσης τη σφραγίδα του πάθους. Ορθάνοιχτες φωτεινές ψυχές οι άνθρωποι του είδους αυτού γίνονται οι δέκτες παμπάλαιων αισθημάτων που φτάνουν από πολύ μακρινές αφετηρίες, μέσα από τα έγκατα του χρόνου.

                Δέκτες ήχων, εικόνων και αναμνήσεων, περνώντας μέσα από το περίτεχνο αργαστήρι της ψυχής τους, παίρνουν πιο ζωντανές, πιο νεανικές, πιο καλαίσθητες μορφές.

                Δέκτες και πομποί, αλλά με την ενδιάμεση ύπαρξη μιας φλογερής μήτρας, που γεννοβολά αδιάκοπα την περιουσία ύλη της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

                Ο λυράρης, ο ποιητής, ο σκαλιστής, ο ζωγράφος, ο παραμυθάς κ.α. φορείς του λαϊκού πολιτισμού είναι οι αγωγοί των κοινωνικών αισθημάτων που με έντεχνο τρόπο τα περικλείουν σε ένα συγκεκριμένο σχήμα, σε μια μορφή, σε ένα ρυθμό, και ενώ επάνω τους είναι ευδιάκριτα «δακτυλικά αποτυπώματα» της ψυχής τους, απηχούν εν τούτοις μια πλατύτερη και γενικότερη εκφραστική ανάγκη.

                Αυτοί είναι οι λαϊκοί καλλιτέχνες. Σε όλους τους χώρους της τέχνης. Αυτός είναι ο Καλογρίδης, ο κάθε Καλογρίδης.

                Προορισμένος να συλλέγει το φως, να τα πλάσει στα δάχτυλά του και να σκορπά ζεστές και φρέσκες τις λαμπερές του ακτίνες πυρπολώντας τα σκοτάδια της καρδιάς και του νου των συνανθρώπων.

                Ιεραπόστολος που πορεύεται σε μοναχικά μονοπάτια σπέρνοντας τον έρωτα, για να ανθίσει και να καρπίσει η ομορφιά στη ζωή των ανθρώπων.

Σήμερα πια που διάφοροι τρομοκράτες των αισθήσεων, πυκνώνουν τις επιθέσεις τους, έχουμε πραγματικά πιο πολύ ανάγκη από τους ελεύθερους «σκοπευτές της τέχνης», όπως είναι ο Γιώργης Καλογρίδης.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΡΑΤΖΗΣ

Λαϊκός ποιητής

 

ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΠΙΠΕΡΑΚΗΣ ή ΧΑΡΙΛΑΟΣ

                Ο Χαρίλαος γεννήθηκε στο Ξεροστέρι Αποκορώνου Χανίων, γύρω στο 1892. Σε παιδική ηλικία, μαθητής ακόμα, είχε μεταναστεύσει στην Αμερική. Τα πρώτα μαθήματα λύρας τα πήρε πριν μεταναστεύσει από τον κοντοχωριανό του Μαθιούδη, σπουδαίο λυράρη της εποχής εκείνης. Στην Αμερική όπου έζησε συνεργάστηκε με διάφορους Έλληνες μετανάστες καλλιτέχνες, και στην πορεία εξελίχθηκε, ένας σπουδαίος και ξακουστός δεξιοτέχνης. Από μαρτυρίες λέγεται ότι επέστρεψε στην Κρήτη το 1928 και συναντήθηκε με πολλούς μουσικούς εκείνης της εποχής, μεταξύ αυτών τον περίφημο Χανιώτη βιολίστα Γιώργη Μαριάνο που του έμαθε αρκετές μελωδίες άγνωστες σ’αυτόν, καθώς επίσης και με τους Ρεθεμνιώτες Ανδρέα Ροδινό και Γιάννη Μπερνιδάκη ή Μπαξεβάνη, που ακούγοντάς τους μαγεύτηκε τόσο πολύ από το γλυκό τους παίξιμο, ώστε διοργάνωσαν ένα κοινό γλέντι στη προκυμαία του Ρεθύμνου, παίζοντας και τραγουδώντας δύο ολόκληρα μερόνυχτα με τη συμμετοχή πλήθος κόσμου.

                Επιστρέφοντας στην Αμερική πλούσια θα είναι και η δισκογραφική του παρουσία μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’50.

                Έχει ηχογραφήσει πάνω από 40 τραγούδια, (δίσκοι 78 και 45 στροφών), που διακρίθηκαν και αγαπήθηκαν – περισσότερο από τους Κρήτες της Αμερικής – για την καλή και ιδιότυπη εκτέλεσή τους με τη λύρα και το γεμάτο πάθος τραγούδι τους. Ένα σημαντικό μέρος των δίσκων αυτών βρίσκεται στα χέρια του συλλέκτη και λάτρη της Κρήτης και της μουσικής της, Γιώργη Γκόγκα, που αφιλοκερδώς μου εμπιστεύτηκε αυτές τις σπάνιες ηχογραφήσεις και χάρη σ’αυτόν συμπεριλαμβάνονται σε τούτη την έκδοση. Τον ευχαριστώ πολύ.

                Στην Αμερική ο Χαρίλαος είχε φτιάξει δική του πολυμελή κομπανία που περιόδευε όλες τις πολιτείες της, όπου, εκτός των Κρητικά και νησιώτικα,. Έπαιζε Σλάβικα και Αράπικα τραγούδια. Αγαπήθηκε, ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης όσο κανένας άλλος από τους Κρήτες της Αμερικής, και όχι μόνο. Η προσφορά του Χαρίλαου – σε δύσκολα χρόνια- για τη διάδοση και διάσωση της μουσικής μας, στους Κρήτες της διασποράς, είναι θαυμαστή. Πέθανε το 1981 στην Αμερική όπου έζησε όλα τα χρόνια.

Σ.Α.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΕΚΛΑΣ

Γεννήθηκε στα Περβόλια Ρεθύμνου στα 1893. Άρχισε να ασχολείται με τη λύρα από μικρό παιδί, και ήταν ένας από τους πρώτους λυράρηδες της εποχής του στην περιοχή Ρεθύμνου, και με την μεγαλύτερη ίσως προσφορά στην διάδοση και καθιέρωση της λύρας στην κεντρική Κρήτη.

                Πρωτόπαιξε λύρα σε μια εποχή που το λαούτο δεν είχε ακόμα καθιερωθεί ως συνοδευτικό όργανο της λύρας στην Κρήτη, και στις εμφανίσεις του χρησιμοποιούσε το μπουλγαρί, όργανο δημοφιλέστατο την εποχή εκείνη στην περιοχή Ρεθύμνου.

                Ο Αντώνης Καρεκλάς με συνοδεία λαούτου έπαιξε για πρώτη φορά, γύρω στα 1928 με τον περίφημο λαουτιέρη εκείνης της εποχής Σταύρο Ψύλλακη ή Ψύλλο. Στα πρώτα του γλέντια τον συνόδευαν οι μπουλγαρίστες Γιώργης Αγιούτης και Βλαδίμηρος και λίγο αργότερα, μαθητής ακόμα στο μπουλγαρί ο Στέλιος Φουσταλιέρης, που ήταν και ο ανιψιός του.

                Στη συνέχεια αφού πρώτα έμαθε όλα τα μυστικά του οργάνου στον ανηψιό του, συνεργάστηκε μαζί του για πολλά χρόνια. Στη δισκογραφία ο Αντώνης Καρεκλάς εμφανίζεται γύρω στο 1930, μαζί με τον – άγνωστο τότε στο πλατύ κοινό – Φουσταλιέρη, ηχογραφώντας τα περίφημα Ρεθεμνιώτικα Πεντοζάλια. Στην πορεία της μακροχρόνιας καριέρας του ηχογράφησε αρκετά τραγούδια σε δίσκους 48 στροφών, που έγιναν μεγάλες επιτυχίες την εποχή εκείνη. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε για την ξακουστή σούστα του Καρεκλά με τα πολλά γυρίσματα, που έχει μείνει κλασσική για τους σημερινούς λυράρηδες. Ο Αντώνης Καρεκλάς ήταν χαρακτηριστικός τύπος μποέμ και χάρη στη θαυμάσια λύρα που έπαιζε, είχε κερδίσει πολλά χρήματα. Αν και ήταν από τους δοξασμένους λυράρηδες της εποχής του, είχε άδοξο τέλος, αφού έφτασε στο σημείο να ζητιανεύει για τον επιούσιο. Πέθανε ύστερα από πολυκύμαντη ζωή στο Άσυλο Ανιάτων Χανίων το 1980, σε ηλικία 87 χρονών.

Σ.Α.

 

ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΑΣΠΑΡΑΚΗΣ ή ΣΤΡΑΒΟΣ

                Ο Μανόλης Πασπαράκης γεννήθηκε στ’ Ανώγεια Μυλοποτάμου του Νομού Ρεθύμνης, το Φλεβάρη του 1911. Το ψευδώνυμο Στραβός (τυφλός) του έμεινε από τα παιδικά του χρόνια, μετά από ένα σκληρό χτύπημα, μιας απρόσμενης και ύπουλης αρρώστιας (οστρακιά) σε νηπιακή ηλικία, με αποτέλεσμα να μείνει τυφλός σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Έπιασε για πρώτη φορά λύρα στα χέρια του, σε ηλικία δέκα χρονών, δώρο του πατέρα του, για να ασχοληθεί μαζί της και να περνά πιο ευχάριστα τις δύσκολες ώρες της μοναξιάς του, από το άδικο χτύπημα της μοίρας του.

                Σε σύντομο χρόνο, παιδί ακόμη, έμαθε να παίζει τους πρώτους σκοπούς με τη βοήθεια του συγχωριανού του και παλαιότερου μεγάλου λυράρη της εποχής  εκείνης, Αντώνη Σκουλά ή Καραμουζαντώνη.

Το μεγάλο του πάθος, ο καημός, το μεράκι και η αγάπη του για τη μουσική και την λύρα, τον έκαναν να ξεχωρίσει γρήγορα και να γίνει ένας σπουδαίος και ανεπανάληπτος λυράρης.

                Τα στοιχεία εκείνα, του απλού και ρυθμικού τρόπου παιξίματος, μαζί με την πρωτόγνωρη, ιδιότυπη και παθιασμένη χροιά του ήχου της λύρας του, έχουν μείνει έντονα στη μνήμη και στη συνείδηση των ανθρώπων εκείνων  που τον έζησαν και τον άκουσαν από κοντά. Η πιο λαμπρή περίοδος της καριέρας του ήταν τα χρόνια, από το 1935 έως το 1960.

                Η περίοδος αυτή, που είναι και σταθμός στην ιστορία της Κρητικής μουσικής παράδοσης, είναι εκείνη με τα αυθεντικά και ανεπιτήδευτα γλέντια, με τις ολονύχτιες καντάδες, τις ατέλειωτες παρέες στα καφενεία και τα γλεντοξημερώματα του γάμου, που πολλές φορές κρατούσαν και δυο ολόκληρες εβδομάδες. Με την ατμόσφαιρα και τα βιώματα της περιόδου αυτής, αναθράφηκε και μεγάλωσε και η μετέπειτα γενιά των Ανωγειανών Καλλιτεχνών, που στην πορεία ξεχώρισαν και μεγαλούργησαν στο χώρο της Κρητικής μουσικής και όχι μόνο. Η δισκογραφία του Μανόλη Πασπαράκη, δυστυχώς είναι ελάχιστη, και οι λόγοι πολλοί, κυρίως όμως η δύσκολη μετακίνησή του στην Αθήνα για ηχογράφηση, λόγω της αναπηρίας του.

                Στο τέλος της δεκαετίας του ’60, έγινε μια προσπάθεια για την ηχογράφηση ενός δίσκου 45 στροφών όχι όμως επιτυχημένη. Χάρη όμως, στην μέριμνα του συγχωριανού του Δασκάλου και σημερινού Δήμαρχου των Ανωγείων, Γιώργη Σμπώκου, διασώθηκαν κάποιες ζωντανές ηχογραφήσεις.

                Ο Μανόλης Πασπαράκης παρά την μεγάλη ηλικία του συνέχιζε να παίζει σε παρέες και γάμους του χωριού του, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’70. Αξίζει να σημειώσουμε τις μοναδικές και αθάνατες σειρές, «κοντυλιές του Στραβού» που έχουν μείνει κλασσικές στην ιστορία της Κρητικής μουσικής, καθώς επίσης και την χαρακτηριστική αγαπημένη του μαντινάδα, εμπνευσμένη από τα παιδικά του χρόνια.

«Κόσμω γροικώ, κόσμο πατώ, και κόσμο δεν γνωρίζω

Ω! την παντέρμη τη ζωή και πως τη νταγιαντίζω!!!!!!!»

                Θα ήταν ίσως άδικο να μην αναφέρουμε τους σπουδαίους μαντολινάρηδες που συνόδευαν το Στραβό στη λύρα, τον Μανόλη Αεράκη ή Μυρωμανόλη την περίοδο 1935-55 και τον Νεοκλή Σαλούστρο την περίοδο 1955-80. Ο θρυλικός Στραβός έφυγε από τη ζωή το 1987 σε ηλικία 76 χρόνων, αφήνοντας πίσω, την καλή του γυναίκα και τέσσερα παιδιά.

Σ.Α.

 

ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

                Ο Νίκος Παπαδογιάννης γεννήθηκε στην Αγιά Μυλοποτάμου, του νομού Ρεθύμνης το 1916. Ασχολήθηκε για πρώτη φορά με τη λύρα σε παιδική ηλικία. Ο ίδιος λέει: Έπαιζα λύρα από την κοιλιά τση μάνας μου, 15 χρονών ήταν ένας έμπειρος και αξιόλογος επαγγελματίας λυράρης. Την πρώτη του δημόσια εμφάνιση την πραγματοποίησε σε ηλικία 12 χρονών, σε γαμήλιο γλέντι στα Λιβάδεια Μυλοποτάμου.

Όλα τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, που τα έζησε στο χωριό του σημαδεύτηκαν και σφραγίστηκαν έντονα από την πλούσια και αστείρευτη μουσική παράδοση της περιοχής. Ο Νίκος Παπαδογιάννης έφυγε από το χωριό του το 1936, υπηρετώντας την στρατιωτική του θητεία και το 1939 που απολύθηκε από τον στρατό έμεινε στην Αθήνα, μέχρι το 1964.

                Η παραμονή του στην Αθήνα θα είναι η αιτία που θα σημαδέψει και τη μετέπειτα πορεία του στην καλλιτεχνική, αλλά και επαγγελματική του σταδιοδρομία. Στο διάστημα αυτό τον άκουσε για πρώτη φορά ο τότε πρόεδρος των φιλελευθέρων Σοφοκλής Βενιζέλος και ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που σε σύντομο χρονικό διάστημα τον διόρισε υπάλληλο στην Τράπεζα Ελλάδος. Στην Αθήνα την περίοδο αυτή πραγματοποίησε, επί σειρά ετών, εβδομαδιαίες μουσικές εμφανίσεις στο Ραδιοφωνικό Σταθμό (τότε E.I.P.) και χάρη στη δεξιοτεχνία και τη σπουδαία φωνή του έγινε γνωστός και ξακουστός λυράρης την εποχή εκείνη.

                Ο Νίκος Παπαδογιάννης, τον πρώτο του δίσκο τον ηχογράφησε το 1947, με συνεργάτη του τον ανεπανάληπτο Μεσσαρίτη Λευτέρη Καμπουράκη, που έπαιζε μπουζούκι και μπουλγαρί. Από το δίσκο αυτό βγήκαν δύο αριστουργήματα της Κρητικής μουσικής, το «Ταμπαχανιώτικο», ο «Καροτσάς» και το Ρεθεμνιώτικο συρτό «Μάθια που εύκολα γελούν» που έγιναν μεγάλες επιτυχίες την εποχή εκείνη και σήμερα θεωρούνται κλασσικά. Στην συνέχεια και μέχρι το 1964 που ήρθε με μετάθεση από την Αθήνα στο Ρέθυμνο, ο Παπαδογιάννης, με συνεργάτη του τον πρωτομάστορα του λαούτου Γιάννη Μαρκογιαννάκη, ηχογράφησε άλλους 4 δίσκους 78 στροφών. Στην πόλη του Ρεθύμνου, ο Παπαδογιάννης έμεινε μέχρι το 1970 που μετατέθηκε στα Χανιά, όπου ζει μόνιμα σήμερα, συνταξιούχος πια.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ

                Ο Κώστας Μουντάκης γεννήθηκε στην Αλφά Μυλοποτάμου, του Νομού Ρεθύμνης, το Φλεβάρη του 1926, και η καταγωγή της οικογένειάς του είναι από τον Καλλικράτη Σφακίων. Ήταν το στερνοπαίδι (7 παιδιά) του Νίκου και της Καλλιόπης Μουντάκη. Τελείωσε το Δημοτικό το 1938 και πέτυχε στο ημιγυμνάσιο Πανόρμου, όμως δεν μπόρεσε να συνεχίσει τις σπουδές του εξαιτίας της δύσκολης οικονομικής κατάστασης που βρισκόταν η οικογένειά του. Εξάλλου ήδη είχε αρχίσει να τον τραβάει  η λύρα, που είναι το κυρίαρχο όργανο όχι μόνο στο χωριό του αλλά και μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Λύρα έπαιζαν ο μεγάλος του αδελφός ο Νικήστρατος, και ο συγχωριανός του Μήτσος Καφάτος, που υπήρξε δάσκαλός του και ήταν ένας από τους καλύτερους δεξιοτέχνες της περιοχής Ρεθύμνου την εποχή εκείνη.

                Στην κατοχή, δεκαπεντάχρονος πια ο Κώστας Μουντάκης παίζει λύρα και τραγουδεί στο καφενείο του χωριού του και λίγο αργότερα μπόρεσε μόνος του να βγάλει ένα ολόκληρο και χρίστηκε πλέον επίσημα λυράρης. Την περίοδο αυτή στο Ρέθυμνο είναι ο χώρος όπου η Κρητική μουσική γνωρίζει μεγάλη άνθηση, με σπουδαίους δεξιοτέχνες όπως ο Ανδρέας Ροδινός, ο Γιάννης Μπερνιδάκης ή Μπαξεβάνης, ο Αντώνης Καρεκλάς, ο Μανόλης Λαγός, ο Στέλιος Φουσταλιέρης κ.α. Τον Φλεβάρη του 1948 αφήνει για πρώτη φορά το χωριό του για να ακολουθήσει μια πεντάχρονη στρατιωτική θητεία. Κατατάσσεται στη Χωροφυλακή και τον φέρνουν στα Χανιά, όπου γνωρίζεται με το Γιώργη και το Στέλιο Κουτσουρέλη, με τους οποίους συνεργάζεται παίζοντας για πρώτη φορά στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό. Ένα χρόνο αργότερα (1949) μετατίθεται στην Αθήνα, και το 1951 ξεκινάει μια στενή συνεργασία με τον Κίμωνα Καρρά στο τότε E.I.P. παίζοντας επανειλημμένα στο ραδιόφωνο και προβάλλοντας την Κρητική μουσική στο πανελλήνιο.

                Παράλληλα κάνει στέκι του την Κρητική ταβέρνα τα «Χανιά» του Μπασιά στην οδό Αιόλου, όπου παίζει τα Σαββατοκύριακα και θα μείνει εκεί σχεδόν 18 χρόνια, με συνεργάτες του στο λαούτο πρώτα τον Νίκο Μανιά και αργότερα τον Γιάννη Ξυλούρη και το Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη. Το ίδιο διάστημα (1952) με το τέλος της στρατιωτικής του θητείας ξεκινάει και ως εργάτης στο εργοστάσιο λιπασμάτων της Δραπετσώνας όπου και θα μείνει μέχρι το 1967.

                Στα τέλη του 1952 συνοδεύει για πρώτη φορά σε δίσκο το Στέλιο Κουτσουρέλη στο «Άρπαξα και μπαϊλντισα», ενώ το 1954 τραγουδάει για πρώτη φορά σε δίσκο με συνοδεία και πάλι τους αδελφούς Κουτσουρέλη, το περίφημο και κλασσικό τραγούδι σήμερα «Δε θέλω μέσα στην καρδιά».

                Στη συνέχεια με συνεργάτες του τον Ν. Μανιά, το Β. Μαρκογιαννάκη, το Ν. Καδιανό, τον Δημήτρη Τσαγκαράκη και κυρίως τον Γιάννη Ξυλούρη, ξεκινάει ένα μοναδικό και μακρύ κατάλογο δισκογραφιών εκδόσεων που τον καθιερώνουν ως τον περισσότερο ηχογραφημένο λυράρη στην κρητική μουσική την εποχή εκείνη.

                «Ο Πραματευτής», «Ο αργαλειός», «Μυλωνάδες και μαζώχτρες», «Στο στάδιο που μ’ έφερε», «Ρεθεμνιανέ μου καντιφέ», «Χαράμι σου», «Ερωτόκριτος», «Κρητικός γάμος», «Η Μάχη της Κρήτης», «Ο θάνατος του λυράρη», κ.α. είναι ένα μικρό δείγμα με επιτυχίες από την πλούσια δισκογραφική του παρουσία. Στη συνέχεια η φήμη του απλώνεται όχι μόνο στην Κρήτη αλλά και στην Αθήνα και στο Πανελλήνιο, καθώς και στους Κρητικούς της διασποράς που τον προκαλούν επανειλημμένα για καλλιτεχνικές εμφανίσεις.

Κατά την μακρά παρουσία παρουσία του στην Κρητική μουσική, έκανε πολυάριθμα ταξίδια στην Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Γερμανία και τη Ν. Αφρική, φέρνοντας στους μετανάστες τα μηνύματα και τις αισθήσεις της Κρητικής μουσικής παράδοσης.

Το 1976 ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της Ελένης Καραϊνδρου συμπράτοντας στα μαθήματα εκμάθησης παραδοσιακών οργάνων που διοργανώνει στην γκαλερί «Ώρα», σε συνεργασία και με άλλους μεγάλους λαϊκούς δεξιοτέχνες: Τ. Χαλκιά, Ν. Στεφανίδη, Α. Βασιλάρη, Α. Μόσχο κ.α. Τρία χρόνια αργότερα (1979) με την συμπαράσταση του γιου του, Μάνου και πολιτιστικών φορέων του νησιού, ιδρύει την πρώτη σχολή λύρας στο Ωδείο του Ηρακλείου Απόλλων, για να ακολουθήσουν το Ρέθυμνο, τα Χανιά, ο Άγιος Νικόλαος, και η Αθήνα στο «Ελληνικό Ωδείο».

                Σημαντικό και αξεπέραστο το έργο του Κώστα Μουντάκη, βοήθησε όσο κανένας άλλος στη διάσωση και τη σωστή εκμάθηση της λύρας και η γενικότερη προσφορά του στη μουσική μας παράδοση είναι ανεκτίμητη. Στο πρώτο φεστιβάλ Κρητικής μουσικής που έγινε στην Αθήνα το Γενάρη του 1992 και ήταν αφιερωμένο στην μνήμη μου, ο εθνομουσικολόγος Λάμπρος Λιάβας μεταξύ άλλων, θα πει: «Ο θάνατος του Κώστα Μουντάκη τον Γενάρη του 1991, δε σηματοδοτεί παρά μόνο την απουσία του μεγάλου δεξιοτέχνη και δασκάλου που εξακολουθεί να εμπνέει και να διδάσκει μέσα από τις ηχογραφήσεις και την υποδομή που δημιούργησε. Έργα ζωής όπως το δικό του δεν μπορεί να σταματήσει ο θάνατος…!!!!»

                Αξίζει να σημειώσουμε ότι το δισκογραφικό έργο του Κώστα Μουντάκη, στο σύνολό του, εκτός από δύο τραγούδια που περιλαμβάνονται στην έκδοση αυτή, είναι ηχογραφημένο μετά το 1955. Αυτός είναι κυρίως και ο λόγος της μικρής συμμετοχής του, στην παρούσα έκδοση.

Σ.Α.

 

ΣΤΡΑΤΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΙΔΗΣ

                Ο Στρατής Καλογερίδης γεννήθηκε στη Σητεία το 1883. Στις αρχές της δεκαετίας του 1910, με την προτροπή του πατέρα του Μανόλη Καλογερίδη, έφυγε στο Παρίσι να σπουδάσει Χημεία, όμως στην πορεία τον κέρδισε το πεντάγραμμο, και αντί να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο παρακολουθούσε μουσική από Κονσερβατουάρ των Παρισίων. Ήρθε στο Ηράκλειο το 1915 όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα, και ασχολήθηκε ως φωτογράφος στο προάστιο Πόρος, όπου η σημερινή στάση Καλογερίδη των αστικών λεωφορείων.

                Ο Στρατής Καλογερίδης γεννημένος μουσικός, μαζί με την Ευρωπαϊκή μουσική παιδεία, του επέτρεψαν να διευθύνει με μεγάλη επιτυχία και για πολλά χρόνια τη φιλαρμονική του Δήμου Ηρακλείου, και να την ανεβάσει σε επίπεδο μεγάλης ορχήστρας. Ασχολήθηκε με πάθος με την Κρητική μουσική και ιδιαίτερα με τις ρίζες της, που ύστερα από πολύ έρευνα και μελέτη τις εντόπισε στην πανάρχαια Πυρρίχια μουσική, ρίζες, συγγενείς των μοτίβων της Ανατολικής Κρήτης (κοντυλιές και πεντοζάλια).

                Ο Στρατής Καλογερίδης υπήρξε ο πρώτος έντεχνος Κρητικός μουσικός και σήμερα θεωρείται κλασσικός και ο σημαντικότερος εκτελεστής βιολιού, που έχει βγάλει ποτέ η Κρήτη.

                Αναμφισβήτητα, επηρεασμένος από τις μουσικές του σπουδές στην Ευρώπη, έπαιζε στο βιολί εξευγενισμένα τα μοτίβα της Ανατολικής Κρήτης. Είναι ο πρώτος συνθέτης που έγραψε Κρητική μουσική σε παρτιτούρες, που χάρη, στη μέριμνα της κόρης του Αλίκης, διασώθηκαν και συγκεντρώθηκαν από τον Δήμο Ηρακλείου, για να εκδοθούν σε βιβλίο το 1985 με αφορμή τα 25 χρόνια από τον θάνατό του. Αξίζει να σημειωθεί η σπουδαία και ανεπανάληπτη εκτέλεση από τον Στρατή Καλογερίδη τεσσάρων οργανικών κομματιών σε δύο δίσκους 78 στροφών (κοντυλιές και πεντοζάλια) που έχουν μείνει κλασσικά στην ιστορία της Κρητικής μουσικής παράδοσης. Η προσφορά του στη διάδοση και διάσωση της μουσικής μας είναι μεγάλη.

                Ο Στρατής Καλογερίδης, στα μέσα της δεκαετίας του ’50 προσεβλήθη από καρκίνο του προστάτη και αναγκάστηκε να φύγει για θεραπεία στην Αθήνα. Αντιμετώπισε μεγάλα οικονομικά προβλήματα, και υποχρεώθηκε ν’ αποχωριστεί το ένα από τα δυο βιολιά που είχε, πουλώντας το ευτελές ποσό των 7.000 δρχ. Το δεύτερο βιολί που βρίσκεται σήμερα στα χέρια του φίλου του Μιχάλη Σφακιανάκη ο οποίος ευγενώς μας παρεχώρησε δύο σπάνιες ηχογραφήσεις του Στρατή Καλογερίδη, με συνοδεία στο τραγούδι τις αδελφές Παπαδάκη. Πέθανε τον Ιούλιο του 1960 στον Πειραιά, και ετάφη στο νεκροταφείο Καλλιθέας στην Αθήνα, όπου βρίσκονται ακόμη τα οστά του.

Σ.Α.

 

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΧΑΡΧΑΛΗΣ

                Ο Νικόλαος Χάρχαλης –το πραγματικό του όνομα Νικόλαος Χαρχαλάκης- γεννήθηκε γύρω στα 1884 στα Χαρχαλιανά Κισσάμου του Νομού Χανίων, περιοχή με μεγάλη μουσική παράδοση, αφού είχε αναδείξει πολλούς και σπουδαίους λαϊκούς μουσικούς. Ο Νικόλαος Χάρχαλης, υπήρξε ένας από τους ‘πρώτους’, σολίστες του βιολιού στη Δυτική Κρήτη και η καλλιτεχνική του παρουσία σφράγισε έντονα και για πολλές δεκαετίες τη μουσική συνείδηση του λαού της περιοχής Χανίων.

Η πιο πλούσια και καρποφόρα καλλιτεχνική δραστηριότητα του Χάρχαλη ήταν η περίοδος από 1910 έως το 1940. Την περίοδο αυτή, και συγκεκριμένα το 1928 με συνεργάτη του το σπουδαίο λαουτιέρη της εποχής εκείνης Σταύρο Μαυροδημητράκη, ηχογράφησε και τον πρώτο του δίσκο που περιείχε δύο περίφημα συρτά, τον «Χανιώτικο» και «Αποκορωνιώτικο συρτό» τα οποία σήμερα θεωρούνται κλασσικά και από τις πιο αξιόλογες δισκογραφικές εκτελέσεις που εμπεριέχουν και το σπουδαίο και ιδιότυπο τραγούδι του Χάρχαλη.

Η μουσική προσφορά του αυτή ο Σύλλογος Μουσικών Χανίων «Ο Χάρχαλης» τον τίμησε, δίνοντας το όνομά του στην επωνυμία του συλλόγου. Ο Χάρχαλης έζησε όλα τα χρόνια στο χωριό του, μέχρι τα βαθιά γεράματα που πέθανε σε ηλικία 90 χρονών το 1974.

Σ.Α.

 

ΓΙΩΡΓΗΣ ΣΑΡΙΔΑΚΗΣ ή ΜΑΥΡΟΣ

                Ο Μαύρος που το πραγματικό του όνομα είναι Γιώργης Σαριδάκης, γεννήθηκε το 1910 στο χωριό Σκουτελώνα Κισσάμου του Νομού Χανίων. Το ψευδώνυμο Μαύρος του έμεινε από τα παιδικά του χρόνια επειδή ήταν πολύ μελαχρινός. Άρχισε να ασχολείται με το βιολί από τα 10 του χρόνια και σε ηλικία 15 χρονών πρωτόπαιξε σε γλέντι στο χωριό του.

                Στη μακρόχρονη καλλιτεχνική του σταδιοδρομία συνεργάστηκε με πολλούς και σημαντικούς λαϊκούς οργανοπαίκτες της περιοχής του, μεταξύ αυτών και οι : Γιώργης Κουτσουρέλης, Στέλιος Λαϊνάκης και ο αδικοχαμένος – σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα – Αντώνης Γερεουδάκης ή Μαρουβάς. Ο Μαύρος που ήταν αγράμματος –δεν πήγε σχολείο- αν και αυτοδίδακτος στο βιολί, διακρίθηκε και μεγαλούργησε ως δημιουργός και μεγάλος σολίστας στο όργανο αυτό.

                Η δεξιοτεχνία του, το προσωπικό του ύφος και το γεμάτο ευαισθησίες παίξιμό του σπανίζουν σήμερα. Η πιο γόνιμη και δημιουργική περίοδος της καριέρας του, κυρίως στη Δυτική Κρήτη, ήταν η περίοδος 1935-1965. Ο Μαύρος που έχει μια ιδαιίτερη λατρεία για τον τόπο του, δεν αποχωρίστηκε ποτέ το αγαπημένο του χωριό, Σκουτελώνα Κισσάμου, όπου ζει εκεί μόνιμα, μέχρι και σήμερα.

Την πρώτη του δισκογραφική εμφάνιση την κάνει το 1938 μαζί με τον Γιώργη Κουτσουρέλη ηχογραφώντας ένα δίσκο 78 στροφών που περιείχε το περίφημο Κολυμπαριανό συρτό, τραγουδισμένο από την σπουδαία φωνή του Κισσαμίτη τραγουδιστή Θεοχάρη Τζινευράκη, που έγινε μεγάλη επιτυχία την εποχή εκείνη και σήμερα θεωρείται κλασσικό τραγούδι. Στην συνέχεια και συγκεκριμένα μετά τον πόλεμο και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’60, συμμετέχει σε αρκετές ηχογραφήσεις δίσκων, με τους προαναφερθέντες συνεργάτες του. Ο Μαύρος ακόμη και σήμερα, παρά την μεγάλη ηλικία του παίζει το αγαπημένο του βιολί για τους φίλους και συγχωριανούς του, όχι όμως ως επαγγελματίας. Για τη μεγάλη προφορά του στη μουσική μας παράδοση, ο φιλόμουσος Κρητικός λαός τον ευχαριστεί!

Σ.Α.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ή ΝΑΥΤΗΣ

                Ο Κώστας Παπαδάκης – το ψευδώνυμο «Ναύτης» του έμεινε από τα χρόνια της στρατιωτικής του θητείας, που την υπηρέτησε στο Ναυτικό – γεννήθηκε το 1920 στο Καστέλλι Κισσάμου του νομού Χανίων και είναι το τέταρτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας (7 αδέλφια). Σε ηλικία 5 χρονών ήρθε στην πόλη των Χανίων και 7 χρονών πρωτόπιασε βιολί στα χέρια του και συγκεκριμένα ένα γκουρνέριους του 1710 που είχε έρθει από την Ιταλία και το οποίο υπάρχει και σήμερα στα χέρια του. Πρώτος του δάσκαλος, ο πατέρας του Βασίλης Παπαδάκης ή Κοπανίδης που στην εποχή του υπήρξε ένας μεγάλος σολίστας του βιολιού. Η πρώτη δημόσια εμφάνισή του ήταν σε ηλικία 10 χρονών σε γάμο στο χωριό Λάκκους Χανίων.

                Μετά την απελευθέρωση η φήμη του Ναύτη έχει ξεπεράσει τα στενά όρια του Νομού Χανίων και είναι πια γνωστός σ’ ολόκληρη την Κρήτη, εμφανίζεται παντού, σε γάμους, βαπτίσια, πανηγύρια και κάθε είδους κοινωνικές εκδηλώσεις της Μεγαλονήσου. Από το 1959 μέχρι το 1976 έζησε στην Αμερική και το 1981 έμεινε στην Αυστραλία για πέντε χρόνια.

                Επίσης, πολλές καλλιτεχνικές εμφανίσεις έκανε σε διάφορες χώρες του κόσμου προσκεκλημένος από τους Κρήτες της διασποράς. Κατά την πολύχρονη θητεία του στην Κρητική μουσική, συνεργάστηκε με αρκετούς και αξιόλογους καλλιτέχνες, κυρίως όμως με λαουτιέρηδες όπως: Τον Γιώργη Κουτσουρέλη, τον Δημήτρη Γαλάνη, τον Πέτρο Καστάνη, τον Πέτρο Καρμπαδάκη, κ.α. Ο Ναύτης στην δισκογραφία εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1938 και μετά τον πόλεμο (1950-54) στη συνέχεια ηχογραφεί στην Αμερική.

                Στην πορεία της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας, ο Ναύτης συμμετέχει σε αρκετές ηχογραφήσεις – Ελλάδα και Εξωτερικό – με εκτελέσεις και συνθέσεις δικές του, σε δίσκους 78, 45 και 33 στροφών, επίσης έχει εκδόσει βιβλίο το 1989 με τίτλο «Κρητική λύρα, ένας μύθος». Η μουσική προσφορά του Ναύτη στην Κρητική μουσική παράδοση και ιδιαίτερα για τη διάσωση και διάδοση των μοτίβων της Δυτικής Κρήτης είναι μεγάλη.

                Αξίζει να σημειώσουμε τη συνάντησή του με το Στρατή Καλογερίδη το 1933 στο Ηράκλειο Κρήτης, παίρνοντας πολύτιμες συμβουλές και μαθήματα βιολιού από τον μεγάλο δάσκαλο της Κρητικής μουσικής.

                Σήμερα ο Ναύτης ζει μόνιμα στην πόλη των Χανίων, όπου εκτός των καλλιτεχνικών του δραστηριοτήτων ασχολείται και είναι μέλος στο Σύλλογο Μουσικών Χανίων «Ο ΧΑΡΧΑΛΗΣ».

Σ.Α.

 

------ ΕΠΙΛΟΓΟΣ ------

…ΚΑΙ ΝΑ επιτέλους μια σταλιά σεβασμός στην πραγματική μουσική παράδοση της Κρήτης.

ΜΙΑ ατόφια ‘ζωντανή’ παρουσίαση, αυτών που χάραξαν γνήσιους δρόμους με την λύρα, με το λαγούτο και το βιολί.

ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ τους, τούτα τα όργανα, δεν έγιναν το μέσο προβολής ή πλουτισμού τους.

ΗΤΑΝ η ίδια η ζωή τους. Η ζωή της Κρήτης.

ΚΙ ΟΜΩΣ, αυτοί οι απλοί μα πηγαίοι δημιουργοί, απ’ άλλους λησμονήθηκαν και απ’ άλλους λεηλατήθηκαν.

Η ΔΟΥΛΕΙΑ τους λεηλατήθηκε, πασαλείφτηκε και πέρασε μέσα από τα γνωστά κυκλώματα στην κατανάλωση…

ΚΑΙ ΔΕΝ το έκαναν μόνο απλοί ή ατάλαντοι λυράρηδες..

ΤΟ’ΚΑΝΑΝ σπουδαγμένοι μουσικοδημιουργοί, χωρίς ούτε καν να αναφέρουν το όνομά τους…

ΝΑ ΟΜΩΣ που οι ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΕΣ, έπαψαν πια να είναι κτήμα των συλλεκτών ή των μουσικοπραματευτάδων.

ΝΑ, που έγινε μια αρχή για να γνωρίσει ο λαός τους δημιουργούς του.

ΓΙΑ ΝΑ βρει το έργο τους ΔΙΚΑΙΩΣΗ…

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΚΑΟΥΝΑΚΗΣ

Δημοσιογράφος